FELIS ΦΥΣΙΚΑ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΑ από τη Bonum Terrae σε επιλεγμένα Ινστιτούτα Αισθητικής
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΧΑΛΑΡΩΣΗΣ ΤΩΝ ΑΘΛΗΤΩΝ ΜΕ ΑΙΣΘΗΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΥΣ - Λένα Τσικούρη Αισθητικός Απόφοιτος ΤΕΙ Αθήνας
Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΜΙΚΟΥ ΦΩΤΟΣ ΣΤΟ ΔΕΡΜΑ - Λένα Τσικούρη Αισθητικός Απόφοιτος ΤΕΙ Αθήνας
ΓΗΡΑΝΣΗ του δέρματος - Αιτία και Αντιμετώπιση - ANTIAGING PROJECT από την ΟΣΕΔΑΕ και τη Natural Cosmetics Sempreviva Chem
ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΓΙΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΟΥΣ 2018
Η ΠΟΡΕΙΑ ΜΑΣ, ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ: ΕΝΩΣΗ ΠΣΑΑΕ - ΕΕΠΑΕ
VIDEO: Η αποτρίχωση είναι ομορφιά - ΟΣΕΔΑΕ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Χρήση της τεχνολογίας Έντονου Παλμικού Φωτός (IPL) και Laser για μόνιμη μείωση της τριχοφυΐας - ΙΣΑΑΚ ΣΑΚΗΣ BSc Biomechanical Engineer, MSc Biomedical Engineer, Ben Gurion University of the Negev, Israel
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Λιπαρό δέρμα - περιποίηση στο ινστιτούτο αισθητικής και περιποίηση στο σπίτι - Καμτσιούρη Πετρούλα Αισθητικός ΤΕΙ Αθήνας
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Νύχια επιπλοκές - Νίνα Ποτουρίδη Ποδίατρος
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Αντιοξειδωτικές θεραπείες για καπνιστές - Barbara Νάνου Αισθητικός Κοσμετολόγος, Msc Χαροκόπειου ΠΑ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Κόκκινα, ερεθισμένα δέρματα - Barbara Νάνου Αισθητικός ΤΕΙ Αθήνας, Msc Χαροκόπειου ΠΑ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Αποτρίχωση - ΖΑΠΠΕΙΟ ΔΥΟ FORUM 2017 - Μαρία Κυριάκη - Αισθητικός Κοσμετολόγος ΤΕΙ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της ακμής με τα νέας γενιάς προϊόντα - Καμτσιούρη Πετρούλα Αισθητικός Κοσμητολόγος ΑΤΕΙ Αθήνας
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ ΓΝΩΣΗ, ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ ΚΑΙ ΕΞΩΣΤΡΕΦΕΙΑ - ΔΙΑΛΥΝΑ ΜΑΡΙΑ
«
  • 1
  • 2
  • 3
»

Επίδραση στην Υγεία των Φθαλικών Ενώσεων που Περιέχονται σε Καλλυντικά Προϊόντα: Οδός Έκθεσης το Δέρμα

Μαρία Ε. Διαλυνά

Αισθητικός - Κοσμητολόγος, MSc Ιατρικής Σχολής Αθηνών, τ. Καθηγήτρια Εφαρμογών, Τμήμα Αισθητικής και Κοσμητολογίας, Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας, Αιγάλεω, Αθήνα, Ελλάς  

 

Π ε ρ ί λ η ψ η. Οι φθαλικές ενώσεις είναι βιομηχανικές χημικές ουσίες που απαντώνται σε πληθώρα καταναλωτικών προϊόντων, όπως κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, συσκευασίες τροφίμων, πλαστικά PVC, φαρμακευτικά είδη, παιχνίδια, καλλυντικά προϊόντα κ.ά. Οι φθαλικοί εστέρες χρησιμοποιούνται κυρίως ως πλαστικοποιητές για να καταστήσουν τα πλαστικά πολυβινυλικού χλωριδίου (PVC) πιο εύκαμπτα και μαλακά. Στα καλλυντικά χρησιμοποιούνται κυρίως για να βελτιώσουν τη σύστασή τους, ως πλαστικοποιητές, σταθεροποιητές και ως διαλύτες αρωμάτων, σε σχετικά μικρή ποσότητα. Παρ’ όλα αυτά, τα συνολικά επίπεδα έκθεσης από διάφορες πηγές μπορούν να είναι μεγαλύτερα και απαιτούνται περισσότερες έρευνες για τη συσσωρευτική δράση τους. Οι επιπτώσεις της έκθεσης στους φθαλικούς εστέρες στην ανθρώπινη υγεία δεν έχουν μελετηθεί καλά. Οι ζωικές μελέτες, όμως, έχουν προκαλέσει σοβαρές ανησυχίες για τη δυνατότητα των δυσμενών αποτελεσμάτων στους ανθρώπους, ιδιαίτερα για το αναπτυσσόμενο έμβρυο και τα μικρά παιδιά. Σχετικές έρευνες σε ζώα έχουν δείξει πως η γονιμότητα, η λειτουργία της καρδιάς, των πνευμόνων αλλά και άλλων οργάνων, μπορεί να επηρεαστεί από τη δράση αυτών των ουσιών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, για προληπτικούς λόγους, έχει απαγορεύσει τη χρήση ορισμένων ενώσεων της οικογένειας των φθαλικών εστέρων. Η αντικατάσταση τους επομένως επιβάλλεται και η χρήση άλλων αβλαβών ουσιών είναι αναγκαία για την προστασία της ανθρώπινης υγείας και γενικότερα του περιβάλλοντος.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η πρόοδος της Χημικής Βιομηχανίας έχει παράσχει στο περιβάλλον μια απέραντη ποσότητα χημικών ουσιών. Κατά προσέγγιση 100.000 χημικές ουσίες χρησιμοποιούνται σήμερα και περισσότερες από 500 νέες παράγονται ετησίως. Από αυτές αρκετές είναι γνωστές για τις καταστρεπτικές επιπτώσεις που προκαλούν στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. 

Οι άνθρωποι και η άγρια φύση εκτίθενται τακτικά σε βιομηχανικές χημικές ουσίες μέσω των τροφίμων, του νερού, του αέρα, ή από άμεση επαφή με ποικιλία καταναλωτικών προϊόντων. Πολλές από τις ουσίες αυτές είναι τοξικές σε κάποια δόση και υπό ορισμένες συνθήκες έκθεσης. Προσπάθειες που υπολογίζουν τους κινδύνους από την επαφή με τις βιομηχανικές χημικές ουσίες στηρίζονται έντονα στην κατανόηση της τοξικότητάς τους και τη φύση των εκθέσεων.

Μια οικογένεια τέτοιων βιομηχανικών χημικών ουσιών είναι και οι φθαλικοί εστέρες. Αυτοί χρησιμοποιούνται κυρίως ως πλαστικοποιητές για να καταστήσουν τα πλαστικά πολυβινυλικού χλωριδίου (PVC) πιο εύκαμπτα και μαλακά. Παλαιότερα, σαν πλαστικοποιητές, χρησιμοποιούσαν το νερό για να μαλακώσουν τον άργιλο και τα παράγωγα πετρελαίου ή για να πλαστικοποιήσουν την πίσσα για τη στεγανοποίηση των αρχαίων βαρκών. Σήμερα, σύγχρονοι πλαστικοποιητές είναι προκαλούμενες από τον άνθρωπο οργανικές χημικές ουσίες, η πλειοψηφία των οποίων είναι εστέρες, όπως οι αδιπικοί και οι φθαλικοί εστέρες.  

Οι φθαλικές ενώσεις προστίθενται στα καταναλωτικά αγαθά που αγοράζουμε και χρησιμοποιούμε καθημερινά στο σπίτι μας. Αυτά περιλαμβάνουν τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, χαλιά και κουρτίνες, συσκευασίες τροφίμων, πλαστικά PVC, εξοπλισμό τηλεόρασης και υπολογιστών, φαρμακευτικά είδη, παιχνίδια, χρώματα, απορρυπαντικά, λιπαντικά και καλλυντικά προϊόντα και χρησιμοποιούνται για να προσδώσουν στο προϊόν διάρκεια, μακροζωία και χαμηλότερο κόστος. Περισσότερο από ένα εκατομμύριο τόνοι περίπου φθαλικών εστέρων παράγονται στη Δυτική Ευρώπη κάθε χρόνο.

Η διαδρομή της έκθεσης, μέσω της κατάποσης, εισπνοής, απορρόφησης κατευθείαν από το δέρμα, ή η ενδοφλέβια χορήγηση, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την τοξικότητα μιας χημικής ουσίας. Το μέγεθος της έκθεσης είναι επίσης σημαντικό, αλλά ο συγχρονισμός, η διάρκεια, και ο τρόπος έκθεσης είναι επίσης κρίσιμοι παράγοντες που καθορίζουν τις τοξικές επιδράσεις. Ξέρουμε, π.χ., ότι χαμηλού επιπέδου εκθέσεις σε βιομηχανικές χημικές ουσίες που δεν έχουν κανένα διακριτό αποτέλεσμα στους ενήλικες μπορεί να ασκήσουν βαθιές και ισόβιες επιδράσεις, αν η έκθεση εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της ευπαθούς αναπτυξιακής περιόδου, όπως, π,χ., κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ζωής, ή την παιδική ηλικία.

Το FDA, NTP και HC έχουν καθορίσει για τις ουσίες αυτές ένα επίπεδο έκθεσης που, όμως, μπορεί, σε μερικές περιπτώσεις, να προκαλέσει σοβαρή ανησυχία, ιδιαίτερα στα ευπαθή άτομα, όπως τα έμβρυα και τα νήπια, ακόμη και στους ενήλικες οι  οποίοι εκτίθενται επανειλημμένα. 

  

Σχήμα 1.  Έξι από τα οκτώ πιο υψηλά επίπεδα του MBP βρέθηκαν στις γυναίκες ηλικίας 20-40 (49)

Στην πρώτη δημοσιευμένη έκθεση τον Μάρτιο του 2001 από το CDC για τις φθαλικές ενώσεις με τη μέθοδο της βιοπαρακολούθησης στον πληθυσμό, βρέθηκε ότι τα επίπεδα των ενώσεων αυτών στα ούρα ήταν πολύ υψηλά, ιδιαίτερα στις γυναίκες (Σχήμα 1). Ο λόγος δεν είναι γνωστός, αλλά πιθανώς τα καλλυντικά που χρησιμοποιούν μπορεί να είναι μια σημαντική πηγή έκθεσης. 

Για τις συνθετικές αυτές χημικές ουσίες στις οποίες  ιδιαίτερα εκτίθεται ο άνθρωπος, όμως, με μερικές αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, λίγα είναι γνωστά για τον κίνδυνο που θέτουν στην υγεία. Αν και έχει καθιερωθεί ένα σχεδιάγραμμα τοξικότητας, για τους φθαλικούς εστέρες, αμφισβητείται η σημαντικότερη δυνατότητά τους για τη δυσμενή επίδραση στη σεξουαλική διαφοροποίηση στα αρσενικά έμβρυα, η οποία ανακαλύφθηκε μόνο λίγα χρόνια  πριν. Έχει γίνει επίσης προφανές τα τελευταία χρόνια ότι η ανθρώπινη έκθεση στους φθαλικούς εστέρες είναι και υψηλότερη και περισσότερο πολύπλοκη από ό,τι είχε υπολογιστεί. Αυτό έχει προτρέψει σε περαιτέρω διερεύνηση για τις επιπτώσεις των φθαλικών εστέρων. 

Εν τούτοις, έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές επιδημιολογικές μελέτες στα ζώα, οι οποίες έχουν προκαλέσει σοβαρές ανησυχίες για τη δυνατότητα των δυσμενών αποτελεσμάτων των ενώσεων αυτών στους ανθρώπους και ιδιαίτερα στο αναπτυσσόμενο έμβρυο και στα μικρά παιδιά, εφ όσον οι φθαλικοί εστέρες ενοχοποιούνται για ενδοκρινική διατάραξη.

Η αρμόδια Επιτροπή της Ε.Ε., σχετικά με το Ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης 2004-2010 για το περιβάλλον και την υγεία, πρότεινε την κατάργηση των φθαλικών ενώσεων DINP, DEHP, DBP, DIDP, DNOP και BBP, όχι μόνο από τα πλαστικά από PVC, αλλά ακόμα και από όλα τα καλλυντικά προϊόντα. Με την τελευταία οδηγία της επιτροπής της Ε.Ε. 2005/80 της 21ης Νοεμβρίου 2005 καταγράφονται και ταξινομούνται ως Καρκινογόνες, Μεταλλαξιογόνες ή Τοξικές οι ουσίες: ισοπεντυλο-φθαλικός-n-πεντυλεστέρας, Φθαλικός δι-n-πεντυλεστέρας, φθαλικός διισοπεντυλεστέρας και φθαλικό βουτυλικό βενζύλιο (BBP).

Σκοπός της εργασίας είναι να ερευνηθούν και να αναλυθούν βιβλιογραφικά οι ενώσεις αυτές και η χρήση τους στα καλλυντικά προϊόντα, καθώς και η αντικατάστασή τους από άλλες ουσίες αβλαβείς για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. Επιπροσθέτως, να ερευνηθεί η υπάρχουσα σχετική νομοθεσία και η πιθανή, αλλά επιβαλλόμενη, τροποποίησή της.

Αν η αντικατάσταση των φθαλικών ενώσεων με άλλες αβλαβείς ουσίες, εξ ίσου αποτελεσματικές, γίνει εφικτή σε όλο το φάσμα της βιομηχανικής παραγωγής των κοσμητικών προϊόντων, τότε θα μειωθούν σημαντικά τα τοξικά αποτελέσματα και οι επιπτώσεις στο περιβάλλον και στην ανθρώπινη υγεία από τη χρήση των συγκεκριμένων ενώσεων.

ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΦΘΑΛΙΚΩΝ ΕΣΤΕΡΩΝ

Οι φθαλικοί εστέρες ως πλαστικοποιητές

Οι πλαστικοποιητές είναι ουσίες που, όταν προστίθενται σε ένα υλικό, συνήθως ένα πλαστικό, το καθιστούν εύκαμπτο, ελαστικό και ευκολότερο στη διαχείρησή του. Αυτοί δεν είναι απλά πρόσθετες ουσίες, όπως οι χρωστικές ή τα διογκωτικά υλικά, είναι σημαντικά συστατικά που καθορίζουν δραστικά τις φυσικές ιδιότητες των πολυμερών προϊόντων. Πρόκειται για ουσίες άχρωμες, άοσμες σε υγρή μορφή που παράγονται, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, από μια απλή χημική αντίδραση μεταξύ των πετροχημικών προϊόντων με το νερό ως υποπροϊόν. 

Οι πλαστικοποιητές πρέπει να συνδυάζουν πολλές από τις ακόλουθες ιδιότητες. (α) Υψηλό σημείο βρασμού και εξαιρετικά μικρή πτητικότητα στις θερμοκρασίες κανονικής χρήσης των πλαστικών προϊόντων. (β) Πλήρη αναμειξιμότητα με τα πολυμερή και μηδαμινή διαλυτότητα στο νερό. (γ) Χημική σταθερότητα. (δ) Πρέπει να είναι ουσίες κατά το δυνατόν άοσμες και ατοξικές, ιδιαίτερα όταν τα πλαστικά προϊόντα στα οποία υπεισέρχονται πρόκειται να έρθουν σε επαφή με τροφές (π.χ. φιάλες λαδιών, αναψυκτικών) ή όταν χρησιμοποιούνται σε ιατρικές εφαρμογές (π.χ. σκεύη και σωληνώσεις μεταγγίσεων και αιμοκάθαρσης). (ε) Εύκολη παρασκευή σε καθαρή κατάσταση, με χαμηλό κόστος.

Υπάρχουν περισσότεροι από 300 διαφορετικοί τύποι πλαστικοποιητών, από τους οποίους περίπου 50-100 είναι σε εμπορική χρήση. Οι συνηθέστερα χρησιμοποιούμενοι πλαστικοποιητές είναι οι φθαλικοί εστέρες, που είναι εστέρες του φθαλικού οξέος 1,2-C6H4(COOH)2, ευρύτερα γνωστοί απλά ως φθαλικά (phthalates). Ακολουθούν οι εστέρες διάφορων αλειφατικών δικαρβονικών οξέων HOCO[CH2]xCOOH και κυρίως του αδιπικού οξέος, αλλά και του αζελαϊκού και του σεβακικού οξέος. Οι αδιπικοί εστέρες χρησιμοποιούνται για την πλαστικοποίηση υλικών που έρχονται σε άμεση επαφή με τροφές.

Οι καταναλωτές δεν χρησιμοποιούν τους φθαλικούς εστέρες ποτέ μόνους τους. Πάντα αυτοί είναι ενσωματωμένοι σε ένα τελικό προϊόν, όπως κάθε τι που αποτελείται από PVC. Το PVC είναι συνθετικό πολυμερές υλικό (ή ρητίνη) που συντίθεται με την επαναλαμβανόμενη προσθήκη μονομερούς βινυλοχλωριδίου (VCM). Το PVC έχει επομένως δομή ίδια με εκείνη του πολυαιθυλενίου με μοναδική διαφορά την παρουσία χλωρίου και είναι άκαμπτο υλικό με μηχανική αντοχή. Όταν οι φθαλικοί εστέρες προστίθενται στη διαδικασία κατασκευής του βινυλίου, ενεργούν σαν αποσκληρυντικά και λιπαντικά.

Ως πλαστικοποιητές χρησιμοποιούνται εστέρες του τριμελλιτικού οξέος 1,3,4-C6H3(COOH)3, του κιτρικού οξέος και του φωσφορικού οξέος, όπως επίσης και διάφορα παράγωγα φυσικών λιπαρών υλών (π.χ. εποξειδικά παράγωγα σογιέλαιου). 

Οι αλκοόλες που χρησιμοποιούνται για τη σύνθεση των προαναφερθέντων εστέρων έχουν συνήθως 4 έως 10 άτομα άνθρακα στο μόριό τους.

Κυρίως, οι φθαλικοί εστέρες χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία πλαστικών για να μαλακώσουν το γνωστό υλικό PVC (πολυβινυλικό χλωρίδιο). Αυτό χρησιμοποιείται για μια σειρά οικονομικών καταναλωτικών προϊόντων με διαφορετικά επίπεδα τεχνικής που ταιριάζουν σε ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών. Πολλά από αυτά τα προϊόντα PVC χρησιμοποιούνται καθημερινά και περιλαμβάνουν ιατρικό εξοπλισμό, υποδήματα, ηλεκτρικά καλώδια, συσκευασίες τροφίμων, χαρτικά και παιχνίδια. Επιπλέον, οι φθαλικοί εστέρες χρησιμοποιούνται και σε άλλες εφαρμογές μη PVC, όπως χρώματα, λαστιχένια προϊόντα, κόλλες και μερικά καλλυντικά. Εκτιμάται ότι περισσότερα από 6.000 προϊόντα χρησιμοποιούν φθαλικούς εστέρες για βελτίωση των ιδιοτήτων τους. 

 

Σχήμα 2.  Κατά προσέγγιση % κατανάλωση διάφορων φθαλικών εστέρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση τη δεκαετία του ΄90 (76)

Στη Δυτική Ευρώπη περίπου ένα εκατομμύριο τόνοι φθαλικών εστέρων παράγονται κάθε χρόνο, από τους οποίους περίπου 900.000 τόνοι χρησιμοποιούνται για να πλαστικοποιήσουν το PVC. Το 1997, το 93% των πλαστικοποιητών του PVC ήταν φθαλικοί εστέρες (Σχήμα 2). 

Έκθεση και χρήση φθαλικών εστέρων

Ο άνθρωπος μπορεί να εκτεθεί στους φθαλικούς εστέρες άμεσα με τη χρήση ορισμένων καταναλωτικών προϊόντων, ή έμμεσα από τους φθαλικούς εστέρες που απελευθερώνονται στο περιβάλλον. Αυτοί είναι οι αφθονότεροι βιομηχανικοί ρύποι στο περιβάλλον και είναι ευρέως παρόντες στον αέρα, το νερό, το χώμα και σε ιζήματα, απελευθερώνονται στην ατμόσφαιρα κατά την παρασκευή τους, μπορούν να διηθηθούν από τα προϊόντα που τους περιέχουν και να μολύνουν τα τρόφιμα, μπορούν να αναπνευστούν ή να απορροφηθούν από το δέρμα μετά από τη χρήση καλλυντικών προϊόντων. Τα παιδιά, επίσης, μπο-ρεί να εκτεθούν σε αυτούς από τα παιχνίδια και άλλα αντικείμενα που τοποθετούν στο στόμα.

Οι φθαλικοί εστέρες χρησιμοποιούνται, συνήθως, στα προϊόντα καλλυντικής και προσωπικής φροντίδας, για να βελτιώσουν τη σύστασή τους, να προσθέσουν λαμπρότητα και να διατηρήσουν το άρωμα τους. Ειδικότερα, αυτοί βρίσκονται στα βερνίκια νυχιών, τα αρώματα, τα προϊόντα styling μαλλιών (ζελέ, αφρός χτενίσματος, λακ μαλλιών), σαμπουάν, λοσιόν και κρέμες σώματος, αποσμητικά, make up, λοσιόν για μετά το ξύρισμα (after-shaves),ταλκ, κ.λ.π. και δρουν σαν διαλύτης και έκδοχο για διάφορα συστατικά τους. Αυτοί χρησιμοποιούνται ως πλαστικοποιητές στα βερνίκια νυχιών και στα προϊόντα μαλλιών ή ως σταθεροποιητές αρωμάτων. Μια άλλη χρήση τους είναι για τη μετουσίωση του οινοπνεύματος στα αρώματα.

Οι φθαλικοί εστέρες μπορεί να αναγράφονται σαν συστατικά σε μια καλλυντική ετικέτα, είναι πιθανό, όμως, ένας κατασκευαστής να αποκρύψει την παρουσία τους υπό το γενικό όρο άρωμα. Στην πραγματικότητα, τα περισσότερα συνθετικά αρώματα περιέχουν φθαλικούς εστέρες.

Το FDA έχει εξετάσει τους φθαλικούς εστέρες που χρησιμοποιούνται στα καλλυντικά και εγγυάται για την ασφάλειά τους. Όμως, εξετάζει τα αποτελέσματα από την έκθεση σε ένα μόνο είδος φθαλικού εστέρα από μεμονωμένα καλλυντικά προϊόντα. Καμία έρευνα δεν εγγυάται την ασφάλεια των καταναλωτών από την αθροιζόμενη έκθεση από όλους τους φθαλικούς εστέρες, από όλες τις πηγές οι οποίοι δημιουργούν ένα πραγματικό παγκόσμιο μίγμα. Έρευνες έχουν δείξει ότι ένας κοινός καταναλωτής χρησιμοποιεί μέχρι 25 διαφορετικά καλλυντικά προϊόντα σε μια ημέρα, που τον εκθέτουν σε πάνω από 200 διαφορετικές χημικές ουσίες, μεταξύ των οποίων και στους φθαλικούς εστέρες.

Κυριότεροι φθαλικοί εστέρες: Δομή, ιδιότητες και χρήση τους στα καλλυντικά προϊόντα

Το φθαλικό οξύ (1.2-δικαρβοξυλικό οξύ του βενζενίου) είναι αρωματικό δικαρβοξυλικό οξύ, με χημικό τύπο C6H4(COOH)2 και είναι ένα ισομερές του ισοφθαλικού οξέος και τερεφθαλικού οξέος. 

Το φθαλικό οξύ χρησιμοποιείται κυρίως υπό μορφή ανυδρίτη για να παραγάγει άλλες χημικές ουσίες, όπως χρωστικές, αρώματα, σακχαρίνη, φθαλικούς εστέρες και πολλές άλλες. 

Το φθαλικό οξύ αρχικά παρασκευάστηκε από το Γάλλο φαρμακοποιό Auguste Laurent το 1836 με οξείδωση του τετραχλωριδίου ναφθαλίνης, ο οποίος θεώρησε την προκύπτουσα ουσία σαν ένα παράγωγο της ναφθαλίνης και το ονόμασε ναφθαλινικό οξύ.  Ο Ελβετός φαρμακοποιός Jean Charles Galissard de Marignac καθόρισε τον τύπο του και παρουσίασε την ονομασία που του έδωσε ο Laurent ως ανακριβή. Αυτό παρασκευάζεται, είτε με οξείδωση του τετραχλωριδίου της ναφθαλίνης με νιτρικό οξύ, είτε σε μεγαλύτερη απόδοση με οξείδωση του οξυλόλιου με ατμίζον θειικό οξύ, με χρήση του υδραργύρου ή του θειικού άλατος υδραργύρου(II) ως καταλύτη. Αυτό έχει τη μορφή άσπρων κρυστάλλων, που τήκονται στους 210 oC και ο ανυδρίτης του χρησιμοποιείται κατά μεγάλο μέρος στη βιομηχανία χρωμάτων. Το φθαλικό οξύ παρασκευάζεται (σε μορφή φθαλικού ανυδρίτη) σε ποσότητες εκατομμυρίων τόνων ετησίως (Σχήμα 3).

Σχήμα 3. Παρασκευή φθαλικού ανυδρίτη με καταλυτική οξείδωση του ναφθαλινίου ή του οξυλολίου (76) 

Οι φθαλικοί εστέρες προέρχονται από την αντίδραση του φθαλικού οξέος με αλκοόλες με αλειφατική, ευθεία ή διακλαδισμένη, αλυσίδα ή και αρωματικό δακτύλιο, όπως π.χ. το παράγωγο ΒΒP. Το μήκος της ανθρακικής αλυσίδας της αλκοόλης συνήθως κυμαίνεται από 6-13 άτομα άνθρακα όπως π.χ. τα παράγωγα DEHP, DBP, DNOP, DIDP και DINP, με εξαίρεση το παράγωγο DEP το οποίο φέρει αιθυλομάδες. Ο συνδυασμός της μακριάς, εύκαμπτης αλειφατικής αλυσίδας (sp3 υβριδισμός), που παραμένει εύκαμπτη ακόμη και σε χαμηλές θερμοκρασίες, με το βενζολικό δακτύλιο που βοηθά στη διατήρηση του χαμηλού ιξώδους και της χαμηλής σκληρότητας καθιστά τα μόρια αυτά κατάλληλα για πλαστικοποιητές.

Οι φθαλικές ενώσεις χρησιμοποιούνται ευρέως στα καλλυντικά εδώ και 50 χρόνια. Οι περισσότερο χρησιμοποιούμενες είναι ο DBP, o BBP και ο DEP και προστίθενται στα καλλυντικά σε πολύ μικρές συγκεντρώσεις, μικρότερες του 10%, σαν πλαστικοποιητές που καθιστούν μαλακά τα συνθετικά πολυμερή. 

Η λειτουργία των πλαστικοποιητών στα βερνίκια νυχιών είναι για να βοηθήσει στη σταθερότητα και τη διάρκεια του φιλμ χρώματος που δημιουργείται. Η νιτροκυτταρίνη, που χρησιμοποιείται σαν βασικό συστατικό στα βερνίκια νυχιών, είναι πάρα πολύ εύθραυστη από μόνη της και δεν έχει την απαραίτητη σταθερότητα. 

Οι πλαστικοποιητές, λοιπόν, που πρέπει να προστεθούν είναι άχρωμοι, άοσμοι, αδιάλυτοι στο νερό και βελτιώνουν την προσκόλληση του χρώματος στα νύχια. Λόγω του υψηλού σημείου βρασμού οι πλαστικοποιητές, θα παραμείνουν στο φιλμ του χρώματος που δημιουργείται μετά την εξάτμιση των διαλυτών που περιέχονται στη σύσταση, έτσι ώστε το χρώμα να μην ξεφλουδίζει και να αποτρέψουν την ευθραυστότητα ή τη συρρίκνωσή του. Ακόμα και σε χαμηλές συγκεντρώσεις, οι πλαστικοποιητές θα αυξήσουν περισσότερο τη λαμπρότητα (γυαλάδα) του χρώματος και θα βελτιώσουν το ιξώδες των βερνικιών. 

Με τον ίδιο τρόπο περίπου λειτουργούν και για τα προϊόντα μαλλιών. Οι αφροί, οι λακ, τα σαμπουάν κ.λπ. περιέχουν φθαλικούς εστέρες σε μικρές συγκεντρώσεις, λειτουργώντας σαν πλαστικοποιητές των πολυμερών που περιέχουν, για να ρυθμίζουν την σκληρότητα του φιλμ που σχηματίζουν τα πολυμερή στα μαλλιά. Συχνά είναι αναγκαίοι για να αποτραπεί η ευθρυπτότητα και το σπάσιμο του φιλμ του φορμαρίσματος των μαλλιών και με αυτόν τον τρόπο βοηθούν τα μαλλιά να είναι ελαστικά, άλλά σταθερά.

Σαν σταθεροποιητές και διαλύτες αρωμάτων, σε κολώνιες, αρώματα και αποσμητικά, αυτοί βοηθούν ώστε να μην εξατμίζεται γρήγορα το άρωμα, με αποτέλεσμα τη διάρκειά του. Ο φθαλικός διαιθυλεστέρας (DEP) χρησιμοποιείται σε ελάχιστη ποσότητα σαν μετουσιωτικό του οινοπνεύματος στα αρώματα, προκειμένου να αποφευχθεί η πιθανότητα να χρησιμοποιηθεί για άλλους σκοπούς, όπως αλκοολούχα ποτά κ.λπ., αφού η διαφοροποίηση αυτή είναι απαραίτητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 971/1917, περί φορολογίας του οινοπνεύματος. Οι πλέον χρησιμοποιούμενοι φθαλικοί εστέρες είναι οι ακόλουθοι.

• DEHP: Φθαλικό δι-2-διαιθυλoεξύλιο ή δισ-2-αι-θυλεξυλεστέρας του 1,2,δικαρβονικού οξέος του βενζενίου (Μοριακός τύπος C24H38O4, Σχήμα 4).

- Αυτός είναι άχρωμο ελαιώδες υγρό, με ελαφριά οσμή, χρησιμοποιείται για την πλαστικοποίηση πολλών προϊόντων βινυλίου, βρίσκεται επίσης σε πολλά καλλυντικά προϊόντα, όπως στο υγρό σαπούνι, στα απωθητικά εντόμων, αποσμητικά, προϊόντα μαλλιών και στο οινόπνευμα για εντριβές και χρησιμοποιείται ακόμα και σαν προωθητικό αέριο σε πολλά προϊόντα. Η υπερέκθεση μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό στα μάτια και στους βλεννογόνους. Εύλογα μπορεί να χαρακτηριστεί σαν καρκινογόνος ουσία.

 

Σχ. 4  Χημική δομή DEHP

• DBP: Φθαλικό διβουτύλιο ή διβουτυλικός εστέρας του 1,2 δικαρβονικού οξέος (Μοριακός τύπος C16H22O4, Σχήμα 5).

- Αυτός είναι υποκίτρινο ελαιώδες υγρό, με χαρακτηριστική ελαφριά οσμή, πολύ διαλυτό στην αλκοόλη, την ακετόνη και στο βενζόλιο. Η μέγιστη ενιαία στοματική δόση του στους αρουραίους είναι 8 gr/kg σώματος, είναι τοξικό, με ανοχή 5 mg ανά κυβικό μέτρο αέρα και πρέπει να υπάρχει διακριτικό σήμα ως δηλητήριο. Το DBP χρησιμοποιείται ως εντομοαπωθητική ουσία στα ρούχα, ως σταθεροποιητής στα βερνίκια για εξωτερικές επιφάνειες και στα πλαστικά νύχια, διότι προστατεύει από τις καιρικές συνθήκες, ως σταθεροποιητής και διαλύτης σε κολώνιες αρώματα και αποσμητικά, ως πλαστικοποιητής στα προϊόντα διαμόρφωσης και διατήρησης του κτενίσματος και ως γυαλιστική ουσία και πλαστικοποιητής στα βερνίκια νυχιών. Η άμεση επαφή με την πρώτη ύλη μπορεί να προκαλέσει εγκαύματα στο δέρμα και στα μάτια. Τα πιθανά συμπτώματα της υπερέκθεσης είναι ενόχληση της ανώτερης αναπνευστικής οδού και του στομάχου και αποτελεί ένα ευρέως διαδεδομένο τοξικό απόβλητο στο περιβάλλον, μολύνοντας τόσο τον αέρα, όσο το έδαφος και το νερό.

 

Σχήμα 5.  Χημική δομή DBP

• BBP: Φθαλικό βουτυλικό βενζύλιο ή βουτυλικός βενζυλιστέρας του 1,2 δικαρβονικού οξέος του βενζενίου (Μοριακός τύπος C19H20O4, Σχήμα 6).

- Το ΒBP είναι διαυγές ελαιώδες υγρό με ελαφριά οσμή, χρησιμοποιείται σαν πλαστικοποιητής για τα PVC, τις ρητίνες πολυβινυλίου και κυτταρίνης, σε πολλά καλλυντικά, όπως σαπούνια, σαμπουάν, λοσιόν χεριών και στα αρώματα σαν σταθεροποιητής. Αυτό είναι χαμηλής τοξικότητας, αλλά η παρατεταμένη επαφή με το υγρό προκαλεί κάποια ενόχληση στα μάτια και στο δέρμα. Έχει βρεθεί πως στο περιβάλλον αυτό απελευθερώνεται στο νερό και στο έδαφος, όχι όμως στον αέρα.

Σχήμα 6. Χημική δομή BBP 

• DEP: Φθαλικό διαιθύλιο ή διαιθυλικός εστέρας του 1,2 δικαρβονικού οξέος του βενζενίου (Μοριακός τύπος C12H14O4, Σχήμα 7).

- Αυτός είναι άχρωμο ελαιώδες υγρό με πολύ λεπτή αρωματική οσμή, χρησιμοποιείται σαν πλαστικοποιητής σε πολλά πλαστικά, σαν διαλύτης του οξικού άλατος της κυτταρίνης στα βερνίκια νυχιών, σαν σταθεροποιητής αρωμάτων, μετουσιώνοντας το οινόπνευμα και επίσης σε απωθητικές ουσίες για τα κουνούπια. Έχει βρεθεί πως αυτός εξατμίζεται από τα πλαστικά προϊόντα στα οποία περιέχεται, ενώ φαίνεται να υπάρχει σε μεγάλες ποσότητες σαν τοξικό απόβλητο στο περιβάλλον.

 

Σχήμα 7.  Χημική δομή DEP

• DNOP: Φθαλικό δι-οκτύλιο ή διοκτυλικός εστέρας του 1,2 δικαρβονικού οξέος του βενζενίου: (Μοριακός τύπος C24H38O4, Σχήμα 8).

- Αυτός είναι υγρό σε θερμοκρασία δωματίου, χρησιμοποιείται σαν πλαστικοποιητής ρητινών σε καλώδια, κόλλες κ.ά. και σαν μεταφορέας χρωστικών ουσιών, προκαλεί ενόχληση στους βλεννογόνους. Κύρια πηγή απελευθέρωσής του στο περιβάλλον αποτελεί το τοξικό νερό που αποβάλλεται από τις βιομηχανίες.

Σχήμα 8.  Χημική δομή DNOP 

• DINP: Φθαλικό δι-ισονονύλιο ή δισ-3,5,5-τριμε-θυλεξυλικός εστέρας του 1,2 δικαρβονικού οξέος του βενζενίου (Μοριακό τύπος C26H42O4, Σχήμα 9).

- Είναι διαυγές, παχύρευστο υγρό. Το 95% της ποσότητας που παρασκευάζεται χρησιμοποιείται ως πλαστικοποιητής στις εφαρμογές PVC. Επίσης, χρησιμοποιείται σαν πλαστικοποιητής στα βερνίκια νυχιών, βοηθώντας στη σταθεροποίηση του φιλμ που σχηματίζεται στα νύχια μετά την εξάτμιση του διαλύτη και στα προϊόντα διαμόρφωσης και διατήρησης του κτενίσματος, όπως αφροί και λακ μαλλιών, διότι ρυθμίζει την σκληρότητα του φιλμ που σχηματίζουν τα πολυμερή στα μαλλιά.

 

Σχήμα 9.  Χημική δομή DINP 

• DIDP:  Φθαλικό δι-ισοδεσύλιο (Μοριακός τύπος C28H46O4, Σχήμα 10).

- Αυτό είναι διαυγές υγρό με μέτρια οσμή, αδιάλυτο στη γλυκερόλη, τη γλυκόλη και σε μερικές αμίνες, διαλυτό στους περισσότερους οργανικούς διαλύτες, μέτρια τοξικό και ερεθιστικό, χρησιμοποιείται σαν κοινός πλαστικοποιητής για να μαλακώσει το PVC, είναι ανθεκτικό σε υψηλές θερμοκρασίες γι’ αυτό χρησιμοποιείται στα ηλεκτρικά καλώδια και στα καλλυντικά προϊόντα, χρησιμοποιείται στα σαπούνια, τα σαμπουάν και στις λοσιόν σώματος.

  

Σχήμα 10.  Χημική δομή DIDP 

ΔΙΟΔΟΣ ΟΥΣΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ

Διαδερματική απορρόφηση είναι το φαινόμενο της διόδου μιας ουσίας από το δέρμα, η οποία εφαρμόζεται τοπικά σε αυτό. Το πρώτο βήμα για τη δίοδο αυτή είναι η εφαρμογή της στην επιφάνεια του δέρματος. Η μετάβαση της ουσίας στις επόμενες περιοχές είναι ένα φυσικοχημικό φαινόμενο που εξαρτάται από την απελευθέρωσή της, την πρόσληψη από την κερατίνη στιβάδα, τη συγκέντρωση της ουσίας, τη χημική δομή της, τη διαλυτότητά της στο νερό, το έκδοχο, τις πολλαπλές εφαρμογές, την ηλικία, την κατάσταση του δέρματος, τη δερματική περιοχή της εφαρμογής κ.ά.

Μελέτες που χρησιμοποιούν το δέρμα τρωκτικών δείχνουν ότι η απορρόφηση των φθαλικών εστέρων είναι γενικά αργή. Μια in vitro σύγκριση κατέδειξε ότι το ανθρώπινο δέρμα είναι λιγότερο διαπερατό στους φθαλικούς εστέρες από το δέρμα αρουραίων, αν και οι μελέτες του ανθρώπινου δέρματος είναι λίγες. 

Μια έρευνα σχετικά με το φθαλικό διβουτύλιο (DBP), το οποίο απαντάται πολύ συχνά στα βερνίκια νυχιών, που πραγματοποιήθηκε από μια επιστημονική ομάδα στη Γερμανία έδειξε πως τα συστατικά των φθαλικών ενώσεων, που μπορούν να διαλυθούν στο νερό, στα οποία περιλαμβάνεται το DBP, φεύγουν από τα βερνίκια και έρχονται σε επαφή με αυτό. Έτσι, όταν νερό έρθει σε επαφή με τα βαμμένα νύχια μιας γυναίκας, το DBP φεύγει από το βερνίκι και έρχεται σε επαφή με το δέρμα της, παρέχοντας δυο πιθανές οδούς απορρόφησης της χημικής αυτής ουσίας, τα νύχια και το δέρμα.

Σε κάποιες πατέντες εταιριών το DBP έχει χρησιμοποιηθεί σαν παράγοντας που ενισχύει την απορρόφηση του προϊόντος. Έτσι η ουσία αυτή έχει βρεθεί να περιέχεται σε προϊόντα περιποίησης μαλλιών για άνδρες ώστε να βοηθήσει τη σύνθεση να εισχωρήσει βαθύτερα στους θύλακες των τριχών και να προκληθεί η ανάπτυξή τους.

Η επιφάνεια του δέρματος καλύπτεται από μια λεπτή στιβάδα λιπιδικής συστάσεως την οποία θα πρέπει να διαβεί η ουσία και η οποία είναι διαφορετικού πάχους στην κάθε περιοχή. Η επόμενη στιβάδα στην οποία πρέπει να διαχυθεί η ουσία είναι η κερατίνη. Η αληθινή επιφάνεια του δέρματος είναι μεγαλύτερη από τη φαινομενική, λόγω των γραμμώσεων και των ακρολοφιών, γεγονός που πολλαπλασιάζει τη δυνατότητα διαβάσεως μιας ουσίας που εφαρμόζεται τοπικά. 

Διάβαση των ουσιών από την κερατίνη στιβάδα

Η κερατίνη στιβάδα αποτελεί το μεγαλύτερο φραγμό του δέρματος και είναι αυτή που ρυθμίζει το όλο φαινόμενο της διαβατότητας, γιατί η διάβαση από τις άλλες στιβάδες της επιδερμίδας και το χόριο γίνεται πολύ γρήγορα και σε παρόμοια ταχύτητα. Η διαβατότητά της απέναντι στις διάφορες ουσίες υπόκειται στους κανόνες της παθητικής διηθήσεως και συνδέεται με το πάχος της και τον αριθμό των στιβάδων των κερατινοκυττάρων. Όμως, παρά το μεγάλο πάχος της κερατίνης στιβάδας στις παλάμες και στα πέλματα, η στιβάδα αυτή αποτελεί ένα πολύ κατώτερο φραγμό. Αξιοσημείωτο είναι ότι το πάχος της κερατίνης αυξάνεται, όταν ενυδατωθεί πλήρως. Όταν αυτή καταστραφεί ή νοσεί, τότε η διαβατότητα του δέρματος σε διάφορες ουσίες αυξάνεται. 

Ενδιαφέρον αποτελεί το γεγονός ότι το πάχος της κερατίνης στιβάδας δεν διαφέρει μεταξύ των βρεφών, των παιδιών και των ενηλίκων. Η μεγαλύτερη τοξικότητα, όμως, που συμβαίνει στα παιδιά από την απορρόφηση τοξικών ουσιών, οφείλεται στην αυξημένη σχέση της επιφάνειας της επιδερμίδας προς το βάρος σώματος, παρά σε μεταβολικές διαφορές. 

Η διαδερματική απορρόφηση των διαφόρων ουσιών ανάλογα με το είδος τους γίνεται δια μέσου (α) της κερατίνης στιβάδας και β) των εξαρτημάτων του δέρματος.

Η δίοδος μιας ουσίας από την κερατίνη στιβάδα εξαρτάται από το είδος της και κυρίως αν είναι υδατοδιαλυτή ή λιποδιαλυτή ουσία. Οι υδατοδιαλυτές ουσίες διαπερνούν την κερατίνη στιβάδα δια μέσου των ινιδίων της κερατίνης, ενώ οι λιποδιαλυτές ουσίες δια μέσου των περιοχών που βρίσκονται μεταξύ των ινιδίων, οι οποίες είναι πλούσιες σε λιπίδια και κυρίως δια της μεσοκυττάριας περιοχής η οποία είναι πλούσια σε λιποειδή. Οι ηλεκτρολύτες, τα πολικά μόρια και μεγαλομοριακές ενώσεις παρακάμπτουν το φραγμό της κερατίνης στιβάδας και εισέρχονται κυρίως δια μέσου των εξαρτημάτων.

Παράγοντες που μεταβάλουν τη διαβατότητα της κερατίνης στιβάδας

Παράγοντες ή καταστάσεις που μπορεί να επιδράσουν στη διαβατότητα της κερατίνης στιβάδας είναι: α) το νερό, β) διάφορα διαλυτικά, γ) σαπούνια και απορρυπαντικά, δ) οργανικοί διαλύτες, ε) διάφορες κερατολυτικές ουσίες, στ) σμήγμα και μαλακτικές ουσίες, ζ) φυσικοί παράγοντες ή συνθήκες και η) στεγανή περίδεση.

Το νερό μπορεί να αυξήσει τη διαβατότητα του δέρματος περισσότερο από δέκα φορές. Αυτό δρα σαν ενδογενής πλαστικοποιητής που προσδίνει ευπλαστότητα και ελαστικότητα στην κερατίνη στιβάδα. 

Τα βιομηχανικά διαλυτικά, όπως οι φαινόλες και οι ανιλίνες, προκαλούν ιδιαίτερα δερματολογικά και τοξικολογικά προβλήματα. Σε υψηλές συγκεντρώσεις προκαλούν δομικές μεταβολές της επιδερμίδας, οι οποίες έχουν σαν αποτέλεσμα να τη διαπερνούν γρήγορα οι ουσίες αυτές και επιπλέον να αυξάνουν τη διαβατότητά της σε ουσίες διαλυμένες σε αυτά τα διαλυτικά.

Τα σαπούνια και τα απορρυπαντικά θεωρούνται οι πλέον βλαπτικές ουσίες του δερματικού φραγμού. Αντίθετα με τους οργανικούς διαλύτες τα ανιοντικά και κατιοντικά απορρυπαντικά είναι βλαπτικά, ακόμα και σε πολύ αραιά διαλύματα.

Οι οργανικοί διαλύτες είναι γενικά βλαπτικοί για το δέρμα. Πτητικά διαλυτικά μικρού μοριακού βάρους, όπως μεθανόλη, ακετόνη, αιθέρας κ.ά, είναι πολύ βλαπτικά για το δερματικό φραγμό, ενώ οι υψηλού μοριακού βάρους αλκοόλες και τα αλκάνια είναι λιγότερο βλαπτικά, γιατί διαπερνούν την επιδερμίδα δυσκολότερα.

Οι κερατολυτικές ουσίες αυξάνουν τη διαβατότητα της κερατίνης στιβάδας, επηρεάζοντας το πάχος της επιδερμίδας.

Το σμήγμα αποτελεί μαλακτικό παράγοντα για την κερατίνη στιβάδα και δεν επιδρά στη διαβατότητα και γενικότερα στη λειτουργία του φραγμού. Τα διάφορα μαλακτικά προκαλούν ενυδάτωση της κερατίνης στιβάδας και ανάλογη επίδραση στη διαβατότητά της.

Από τους φυσικούς παράγοντες έχει αποδειχθεί ότι η θερμοκρασία και η σχετική υγρασία του περιβάλλοντος επιδρούν στη διαβατότητα της κερατίνης στιβάδας. Η αύξηση της θερμοκρασίας, καθώς και η αύξηση της υγρασίας, εξασφαλίζουν τη μεγαλύτερη διαδερμική απορρόφηση.

Κατά την κλειστή περίδεση προκαλείται αύξηση της θερμοκρασίας και της υγρασίας της δερματικής περιοχής, με αποτέλεσμα την αύξηση της διαβατότητας της κερατίνης στιβάδας.

Δίοδος των ουσιών από τις άλλες στιβάδες της επιδερμίδας και το χόριο

Η συμμετοχή της ακανθωτής και της κοκκώδους στιβάδας της επιδερμίδας στην αντίσταση διαχύσεως του δέρματος είναι ασήμαντη, θεωρούμενες σαν ένα υδατώδες υλικό. Η δίοδος των ουσιών από την επιδερμίδα γίνεται από ενδοκυττάρια κανάλια μέσω των γλυκοζαμινογλυκανών, ή αλλιώς γλυκοκάλυκες, οι οποίες βρίσκονται στην κυτταρική επιφάνεια. Το ενδοκυττάριο αυτό υλικό έχει υψηλή περιεκτικότητα σε νερό και αποτελεί ένα σύστημα καναλιών για τη διάβαση. 

Το χόριο αποτελείται από μια υδατική φάση, που είναι η θεμέλια ουσία και από δομικά στοιχεία, όπως κολλαγόνες, ελαστικές ίνες, ινοβλάστες, ινοκύτταρα και ιστιοκύτταρα. Το χόριο χωρίζεται στο θηλώδες στρώμα του χορίου και στο δικτυωτό στρώμα, από το οποίο περνούν τα αιμοφόρα και λεμφικά αγγεία. Το πάχος του, συγκριτικά με το πάχος της κερατίνης στιβάδας, είναι πολύ μεγάλο. Εν τούτοις, το χόριο και συγκεκριμένα το θηλώδες στρώμα που πρέπει να διαβεί μια ουσία για να φτάσει στο αγγειακό δίκτυο, ώστε να εισαχθεί στην κυκλοφορία, θεωρείται ότι έχει μεγάλη διαβατότητα και μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα πορώδες, μη εκλεκτικό, υδαρές υλικό. 

Το υπόδερμα, στο οποίο στηρίζεται το χόριο, αποτελείται από λιποκύτταρα, τα οποία βρίσκονται μέσα σε δίκτυο κολλαγόνων ινών. Στο χώρο μεταξύ των λιπωδών κυττάρων διέρχονται αιμοφόρα και λεμφοφόρα αγγεία και νεύρα. Λιπόφιλες ουσίες μπορεί να κατακρατούνται προσωρινά στον υποδόριο λιπώδη ιστό. 

Τελική διαβατότητα από το αγγειακό πλέγμα

Το κατώτερο όριο της διαδερματικής απορρόφησης αποτελεί το αγγειακό πλέγμα της θηλώδους μοίρας του χορίου. Όταν η διήθηση μιας ουσίας είναι ταχύτερη από ό,τι μπορεί να απαχθεί με την κυκλοφορία, τότε η διαδερματική απορρόφηση μπορεί να ρυθμίζεται από τη διάβαση των μορίων μέσα στα αγγεία και όχι από τη διήθηση μέσω της κερατίνης στιβάδας. Για τις περισσότερες ουσίες η διαβατότητα στα τριχοειδή είναι αρκετά υψηλή και οι διερχόμενες ουσίες εισέρχονται γρήγορα στην κυκλοφορία μόλις φθάσουν στο χόριο.

Διαβατότητα ουσιών από τα εξαρτήματα του δέρματος

Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα εξαρτήματα του δέρματος παίζουν πολύ μικρό ρόλο στη διάβαση των ουσιών. Ορισμένες ουσίες, όμως, παρακάμπτουν το φραγμό της κερατίνης στιβάδας και εισέρχονται δια μέσου των θυλάκων των τριχών και των πόρων των ιδρωτοποιών αδένων. Τέτοιες ουσίες είναι οι πολύ πολικές και μεγαλομοριακές ενώσεις, καθώς και ηλεκτρολύτες των οποίων η διαβατότητα από την κερατίνη στιβάδα είναι εξαιρετικά χαμηλή.Πιστεύεται ότι τα εξαρτήματα του δέρματος διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαβατότητα μιας ουσίας, κατά τα αρχικά στάδια της τοπικής εφαρμογής της στο δέρμα. Αυτό οφείλεται στο ότι κατά τα πρώτα λεπτά της εφαρμογής αναπτύσσονται υψηλές συγκεντρώσεις της ουσίας, κοντά στα εξαρτήματα. 

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΘΑΛΙΚΩΝ ΕΣΤΕΡΩΝ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

Οι φθαλικοί εστέρες χρησιµοποιούνται εδώ και αρκετές δεκαετίες σαν πλαστικοποιητές από τις βιοµηχανίες παραγωγής πλαστικών. Παρόλο που θεωρείται ότι δεν πρόκειται για ενώσεις υψηλής τοξικότητας, η εµφάνισή τους στο περιβάλλον προκαλεί έντονους προβληµατισµούς λόγω της εµµονής τους και του γεγονότος ότι σχετικά πρόσφατα ανακαλύφθηκε ότι προκαλούν ορµονικές διαταραχές στον ανθρώπινο οργανισµό, καθώς και άλλες δυσμενείς επιπτώσεις τόσο στην υγεία του ανθρώπου όσο και στο περιβάλλον.

Οι τιμές από επτά μεταβολίτες φθαλικών εστέρων στα ούρα σε μεγάλο δείγμα πληθυσμού στις ΗΠΑ βρέθηκαν πολύ υψηλότερες για τους DEP, DBP και BBP. Αυτοί οι φθαλικοί εστέρες χρησιμοποιούνται εκτενώς στην παραγωγή των αρωμάτων, βερνικιών για τα νύχια, λακ μαλλιών και άλλων καλλυντικών προϊόντων, με αποτέλεσμα η εισπνοή και η δερματική εφαρμογή να είναι σημαντικές οδοί έκθεσης. Στην έρευνα διευκρινίστηκε ότι οι γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας είχαν σημαντικά πιο υψηλά επίπεδα DBP από το υπόλοιπο δείγμα του πληθυσμού.

Για να προβλέψουν πιθανή ανθρώπινη έκθεση στους φθαλικούς εστέρες στα καλλυντικά, τα επίπεδά τους καθορίστηκαν με τη μέθοδο της υγρής χρωματογραφίας σε 102 καλλυντικά προϊόντα (λακ μαλλιών, αρώματα, αποσμητικά και βερνίκια νυχιών). Στα περισσότερα από αυτά ανιχνεύθηκε ο DBP και το μέσο επίπεδο έκθεσης στους φθαλικούς εστέρες από τη διαδερματική απορρόφηση υπολογίστηκε σε 0,0006 gr/kg βάρους σώματος για τον DEHP, 0,6 gr/kg για τον DEP και 0,103 gr/kg για τον DBP. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι η καθημερινή έκθεση στους φθαλικούς εστέρες από τα καλλυντικά είναι σχετικά μικρή. Τα συνολικά επίπεδα έκθεσης, όμως, από διάφορες πηγές μπορούν να είναι μεγαλύτερα και απαιτούν περισσότερες έρευνες. 

Στην έρευνα των Koch ΗΜ et al. (27) μετρήθηκαν οι μεταβολίτες των φθαλικών εστέρων σε 85 δείγματα ούρων στον Γερμανικό πληθυσμό για να υπολογιστεί η καθημερινή πρόσληψη σε αυτούς. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το 12% του δείγματος υπερβαίνει την επιτρεπόμενη από την επιστημονική επιτροπή της ΕΕ καθημερινή πρόσληψη σε DEHP, ενώ το 31% είχε υψηλότερες τιμές από τo επιτρεπόμενo όριο της αμερικανικής ΕΡΑ (Environmental Protection Agency).

Πολλές επιχειρήσεις καλλυντικών θα υποστηρίξουν ότι το επίπεδο μιας επιβλαβούς χημικής ουσίας σε οποιοδήποτε προϊόν δεν είναι αρκετό για να βλάψει την υγεία. Η έκθεση στον DEP από τις επιδερματικές εφαρμογές των αρωμάτων και άλλων καλλυντικών προϊόντων σε σχέση με άλλες εκθέσεις (εισπνοής, κατάποσης κ.α.) δεν δείχνει καμία σημαντική τοξική ευθύνη για τη χρήση τους. Επιπλέον, οι βιομηχανίες καλλυντικών υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει ανησυχία για τις επιβλαβείς ουσίες των προϊόντων τους, επειδή χρησιμοποιούνται μόνο στο δέρμα και στην τρίχα και δεν απορροφώνται στο σώμα. 

Εντούτοις, οι μελέτες δείχνουν ότι, ακόμη και αυτή η πολύ μικρή δόση μερικών χημικών ουσιών, μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες στις νέες γυναίκες και στα παιδιά που αναπτύσσονται ακόμα. Επιπλέον, χρησιμοποιείται πληθώρα προϊόντων προσωπικής φροντίδας καθημερινά και για εκτεταμένες χρονικές περιόδους. Έτσι, ενώ η έκθεση από ένα προϊόν μια ημέρα μπορεί να είναι μικρή, τελικά οι χημικές ουσίες και οι φθαλικές ενώσεις συσσωρεύονται στον ανθρώπινο οργανισμό. 

Οι επιπτώσεις της έκθεσης στους φθαλικούς εστέρες στην ανθρώπινη υγεία δεν έχουν μελετηθεί καλά. Οι ζωικές μελέτες, όμως, έχουν προκαλέσει σοβαρές ανησυχίες για τη δυνατότητα των δυσμενών αποτελεσμάτων στους ανθρώπους, ιδιαίτερα για το αναπτυσσόμενο έμβρυο και τα μικρά παιδιά. Οι μελέτες έχουν δείξει ότι οι φθαλικές ενώσεις μπορούν να δράσουν σαν ενδοκρινικοί διαταρακτες (ΕΔ), μπορεί να συμβάλουν στη μειωμένη γονιμότητα, την ελαττωματική ανάπτυξη του εμβρύου, την ορμονική διαταραχή και στις δυσμορφίες του Αναπαραγωγικού Συστήματος ιδιαίτερα στα αγόρια. Επίσης, οι ενώσεις αυτές μπορεί να βλάψουν το Αναπνευστικό Σύστημα, το ήπαρ, τα νεφρά και την καρδιά. Αρκετές μελέτες έχουν δείξει ακόμα τα καρκινογόνα αποτελέσματα που εμφανίζουν οι φθαλικοί εστέρες.

Η τοξικότητα του DEHP στους όρχεις σε πειραματόζωα περιγράφηκε το 1972, καμία όμως έρευνα δεν έχει γίνει ακόμα για την επίδρασή του στην ανθρώπινη αναπαραγωγική ικανότητα στους άνδρες. Ακόμη και οι συνέπειες ενδεχομένως από υψηλές εκθέσεις σε DEHP δεν έχουν αποτελέσει 

αντικείμενο της επιστημονικής μελέτης. Αν και τα περισσότερα στοιχεία τοξικότητας προέρχονται από μελέτες στα πειραματόζωα, ο άνθρωπος συσχετίζεται με κάποια αποτελέσματα που φαίνονται και έχουν περιγραφεί επίσης στις ζωικές μελέτες. Αυτό το σύνολο των στοιχείων έχει προκαλέσει ανησυχία στους κύκλους της Ιατρικής και δημόσιας υγείας, καθώς και στους εκπροσώπους των κυβερνητικών ρυθμίσεων.

Ενδοκρινικοί διαταράκτες

Οι ΕΔ είναι ανθρωπογενείς χημικές ουσίες που μπορούν να ανατρέψουν την ισορροπία των Ορμονικών Συστημάτων του οργανισμού (ορμονοδιαταρακτικές χημικές ουσίες). Αυτοί είναι λιπόφιλες ουσίες, με αποτέλεσμα τη βιοσυσσώρευσή τους στο λιπώδη ιστό των ζώων, που φθάνουν στα πιο υψηλά επίπεδα στα αρπακτικά ζώα στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων. Διάφορες βιομηχανικές χημικές ουσίες με διαφορετικές χρήσεις έχουν προσδιοριστεί σαν ενδοκρινικοί διαταράκτες, όπως π.χ. φυτοφάρμακα, οργανοχλωρικές χημικές ουσίες, ενώσεις αλκυλοφαινολών, φθαλικοί εστέρες, καθώς και μερικά βαρέα μέταλλα όπως Hg, Pb, και Cd. Οι ΕΔ μπορούν να διαφοροποιήσουν την παραγωγή ή το μεταβολισμό μιας ορμόνης μιμούμενοι τις φυσικές ορμόνες και έχουν επιπτώσεις κυρίως στις στεροειδείς ορμόνες και τις ορμόνες του θυρεοειδούς. Η έκθεση στους ΕΔ κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης έχει συνδεθεί με τα επιβλαβή αποτελέσματα στο Αναπαραγωγικό, το Νευρικό και το Ανοσοποιητικό Σύστημα των ζώων και των ανθρώπων. 

Οι ορμόνες φυσικές χημικές ουσίες παράγονται στο σώμα από τους ενδοκρινείς αδένες και ενεργούν σαν χημικοί αγγελιοφόροι, μέσω της κυκλοφορίας του αίματος, στέλνοντας σήματα και οδηγίες που ρυθμίζουν τα κύτταρα, τους ιστούς και τα όργανα του σώματος. Για να ερμηνευθούν τα μηνύματα που μεταφέρουν οι ορμόνες, πρέπει να δεσμευτούν από κύτταρα που αποκαλούνται δέκτες. Με τη δέσμευση αυτή, οι ορμόνες προκαλούν τα βιολογικά αποτελέσματα που μπορούν να οδηγήσουν στην αλλαγή της λειτουργίας των κυττάρων, των ιστών και των οργάνων.

Οι ΕΔ μπορούν να διαταράξουν το ορμονικό σύστημα με πολλούς τρόπους, (α) να μιμηθούν μια ορμόνη και να δεσμευτούν στο δέκτη της και να παράγουν την ίδια απάντηση στο σώμα με αυτή που κάνει η φυσική ορμόνη, (β) να δεσμευθούν σε έναν δέκτη και να τον εμποδίσουν, έτσι ώστε η φυσική ορμόνη να μην μπορεί να δεσμευτεί σε αυτόν και (γ) να αλλάξουν την παραγωγή ή το μεταβολισμό μιας ορμόνης.

Επειδή οι ορμόνες ρυθμίζουν πολλές διαφορετικές λειτουργίες του οργανισμού, οποιαδήποτε διαταραχή θα έχει επιπτώσεις στις ρυθμιστικές λειτουργίες του σώματος, με αποτέλεσμα τις δυσμενείς επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι στα έμβρυα και τα μικρά παιδιά, στα οποία η ανάπτυξη πολλών ιστών και οργάνων (Νευρικό Σύστημα και εγκέφαλος, Αναπαραγωγικό και Ανοσοποιητικό Σύστημα) ελέγχεται από τις στεροειδείς ορμόνες και τις ορμόνες του θυρεοειδή.  

Πολλές ανθρωπογενείς χημικές ουσίες έχουν εξεταστεί στο εργαστήριο και έχουν προσδιοριστεί σαν οιστρογονικές χημικές ουσίες. Σημαντικό είναι ότι οι ουσίες αυτές που είναι οιστρογονικές στα ψάρια ή τα κύτταρα ψαριών, έχουν βρεθεί επίσης να είναι οιστρογονικές στα θηλαστικά ή στα ανθρώπινα κύτταρα. Εξ άλλου οι στεροειδείς ορμόνες και οι ορμόνες του θυρεοειδή είναι πολύ παρόμοιες σε όλα τα ζώα και επομένως οι ενέργειές τους θα είναι παρόμοιες σε όλα τα είδη.

Πιθανολογείται ότι οι οιστρογονικές χημικές ουσίες είναι εν μέρει αρμόδιες για τις αυξανόμενες διαταραχές του ανδρικού Αναπαραγωγικού Συστήματος στους ανθρώπους κατά τα τελευταία 50 χρόνια, αφού συμπίπτουν με την απελευθέρωση αυτών των ουσιών στο περιβάλλον.

Δυστυχώς, δεν γίνεται κανένας συστηματικός έλεγχος των χημικών ουσιών που διατίθενται στην αγορά για εμπορική χρήση, για οιστρογονικές ή άλλες ενδοκρινικές διαταραχές. Είναι, λοιπόν, πιθανόν να παράγονται και άλλες, νέες χημικές ουσίες που ενεργούν σαν ΕΔ, αλλά δεν αναγνωρίζονται. Ακόμα και εκεί όπου είναι γνωστές σαν οιστρογονικές, πολλές από αυτές δεν έχουν αποσυρθεί από τη χρήση τους.

Επίδραση των φθαλικών εστέρων στο ανδρικό Αναπαραγωγικό Σύστημα

Δεν υπάρχει κανένα βάσιμο στοιχείο για να αποδείξει ότι οι περιβαλλοντικοί ΕΔ είναι υπεύθυνοι για τα προβλήματα που παρατηρούνται στο ανδρικό Αναπαραγωγικό Σύστημα. Η υπάρχουσα βιβλιογραφία, όμως, διευκρινίζει ότι οι ΕΔ μπορεί να ενεργήσουν σαν οιστρογόνα, αντιοιστρογόνα, αντιανδρογόνα, στεροϊδικούς ενζυμικούς ανασταλτικούς παράγοντες και μπορεί επίσης να αλληλεπιδράσουν με τις ορμόνες του θυρεοειδή και τους δέκτες τους, ή μέσα στον εγκέφαλο και το βασικό άξονα υποθάλαμο-υπόφυση-γονάδες, καθώς επίσης και το Ανοσοποιητικό Σύστημα. 

Μερικοί φθαλικοί εστέρες, όπως ο DEHP, ο DEP και ο DBP και οι μεταβολίτες τους υποψιάζονται για τερατογενετικά και ορμονοδιαταρακτικά αποτελέσματα. Σε έρευνα που πραγματοποήθηκε για τη μελέτη της εμβρυοτοξικότητας του DEP, όταν αυτός εφαρμοστεί στο δέρμα ποντικών που κυοφορούν, βρέθηκε πως δεν είναι δυνητικά ικανός να προκαλέσει τερατογενετικές επιδράσεις στα έμβρυα των ποντικών.

Ορισμένοι φθαλικοί εστέρες έχουν παρουσιάσει ήπια οιστρογενετική δραστηριότητα in vitro. Οι Harris CA et al. (17) εξέτασαν πληθώρα φθαλικών με τη βοήθεια ενός ανασυνδυασμένου ζυμομύκητα και βρέθηκε η ακόλουθη φθίνουσα σειρά σχετικής οιστρογενετικής δραστικότητας: BBP> DBP> DIDP> DEP> DINP. Ο φθαλικός εστέρας DEHP δεν εμφάνισε οιστρογενετικότητα. Τα στοιχεία αυτά γεννούν υποψίες για αντίστοιχη συμπεριφορά αυτών των ουσιών in vivo, όμως δεν υπάρχουν ακόμα δεδομένα που να μπορούν να το υποστηρίξουν πλήρως.

Παρ’ όλα αυτά, εργαστηριακές μελέτες έχουν δείξει ότι οι ανθρωπογενείς χημικές ουσίες, μεταξύ αυτών και οι φθαλικές ενώσεις, δρώντας σαν ΕΔ μπορεί να προκαλέσουν καρκίνο των όρχεων και του μαστού και διαφοροποίηση των αναπαραγωγικών οργάνων, όπως υποσπαδία, κρυψορχία, πολυκυστικές ωοθήκες καθώς και ανδρική υπογονιμότητα (18). 

Σε άλλη έρευνα των Harris CA et al. διερευνήθηκε η σχέση των περιβαλλοντικών οιστρογόνων και της ανικανότητας στους άνδρες. Σε αυτήν εξετάστηκαν 53 άνδρες, 32 υγιείς και 21 στείροι, οι οποίοι παρουσίαζαν διαταραχές ποσότητας, ποιότητας ή κινητικότητας στο σπέρμα τους. Από όλους πάρθηκαν δείγματα αίματος και σπέρματος. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως η συγκέντρωση φθαλικών στους στείρους άνδρες ήταν σημαντικά υψηλότερη από ό,τι στους υγιείς. Η ερευνητική ομάδα κατέληξε ότι οι φθαλικοί εστέρες μπορεί να είναι σημαντικοί παράγοντες στην επιδείνωση της ποιότητας του σπέρματος σε άνδρες οι οποίοι είναι στείροι χωρίς άλλη εμφανή αιτιολογία.

Για δεκαετίες υπάρχει η ανησυχία για την αναπαραγωγική τοξικότητα ορισμένων φθαλικών εστέρων που χρησιμοποιούνται εκτενώς στην έρευνα και στην παραγωγή καλλυντικών. Αυτοί στους αρουραίους είναι λιπόφιλοι, αλλά, αντίθετα από άλλες ενώσεις, όπως το DDT, δεν είναι βιοσυσσωρεύσιμοι, αν και αυτό μπορεί να μην συμβαίνει για όλα τα είδη. Ο αρχικός φθαλικός εστέρας μεταβολίζεται γρήγορα στο μονοεστέρα του (ενεργό μεταβολίτη) και αποβάλλεται. Η τοξικολογική βιβλιογραφία στους φθαλικούς εστέρες μετά το 2000 έχει επανεξεταστεί λεπτομερώς από την πρώτη ειδική επιτροπή που συγκαλείται από το Εθνικό Πρόγραμμα Τοξικολογίας του Κέντρου για την Αξιολόγηση των Κινδύνων για την Ανθρώπινη Αναπαραγωγή (CERHR: Centre for the Evaluation of Risks to Human Reproduction). Συγκεκριμένα για την τοξικότητα του DEHP θεωρείται ότι έχει τα ίδια δυσμενή αποτελέσματα στο Αναπαραγωγικό Σύστημα του ανθρώπου σε σχέση με αυτά που  έχει στα τρωκτικά.

Σχήμα 11. Σχηματική παρουσίαση της πιθανής παθογόνου σχέσης μεταξύ της ανάπτυξης όρχεων και των κλινικών εκδηλώσεων του συνδρόμου γοναδικής δυσγενεσίας (TDS). Από www.reeproduction-on line.org

Ορισμένοι φθαλικοί εστέρες, οι οποίοι μειώνουν τη σύνθεση ανδρογόνων, δοκιμαζόμενοι σε έγκυα θηλυκά πειραματόζωα, προκαλούν το σύνδρομο γοναδικής δυσγενεσίας στον αρσενικό απόγονο. Αυτό εμφανίζεται, όχι λόγω οποιασδήποτε εγγενούς ορμονικής δραστηριότητας των φθαλικών εστέρων, αλλά επειδή μπορούν να καταστείλουν την ενδογενή παραγωγή τεστοστερόνης από τους όρχεις του εμβρύου, παρεμποδίζοντας κατά συνέπεια τη σεξουαλική διαφοροποίηση (Σχήμα 11).

Οι γονάδες του εμβρύου διαφοροποιούνται ενδομητρίως. Οι όρχεις αναπτύσσονται γρηγορότερα στο αρσενικό έμβρυο από ό,τι οι ωοθήκες στο θηλυκό, εξασφαλίζοντας γρηγορότερα την παραγωγή της τεστοστερόνης, διότι έχει μεγάλη σημασία ο χρόνος παραγωγής της. Αν αυτή δεν παραχθεί την κατάλληλη χρονική στιγμή, τότε το έμβρυο εκτίθεται σε υψηλά επίπεδα οιστρογόνου από τον πλακούντα, με αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού κυττάρων Sertoli (ορχικά κύτταρα απαραίτητα για την ανάπτυξη του σπέρματος), την ανεπιτυχή ανάπτυξη των αρσενικών αναπαραγωγικών οργάνων, όπως είναι η κρυψορχία, η υποσπαδία, μειωμένο ορχικό βάρος, μειωμένα σπερματικά επίπεδα και υπογονιμότητα στην ενήλικη ζωή, καθώς και μια αύξηση των ορχικών όγκων (Σχήμα 12).

Σχήμα 12.  Σχηματική παρουσίαση του κεντρικού ρόλου του κυττάρου Sertoli στη διαδικασία της διαφοροποίησης των όρχεων. Sry: sex-determining region of the Y chromosome, PTM cells: peritubular myoid cells, LCs: Leydig cells, T: testosterone, MIS: Müllerian inhibiting substance. Από www.reeproduction-on line.org

Έχει αποδειχθεί ότι οι DBP και DEHP είναι σε θέση να καταστείλουν την παραγωγή της τεστοστερόνης στους εμβρυϊκούς όρχεις. Η σύνθεση τεστοστερόνης στους εμβρυϊκούς όρχεις είναι ανιχνεύσιμη στην αρχή της κύησης, φθάνει σε αιχμή και παραμένει υψηλή μέχρι τη γέννηση. Εν τούτοις, η επεξεργασία με φθαλικό εστέρα προκαλεί μείωση 60-85% της σύνθεσης της τεστοστερόνης κατά τη διάρκεια αυτού του κρίσιμου αναπτυξιακού σταδίου, που μειώνει τα επίπεδα τεστοστερόνης σε παρόμοιο επίπεδο με εκείνο που συναντάται στα θήλεα. 

Η προγενέθλια έκθεση στους φθαλικούς εστέρες φαίνεται να διαδραματίζει σχετικό ρόλο στον καθορισμό αυτών των επιπτώσεων δεδομένου ότι η ανθρώπινη έκθεση έχει αποδειχθεί ότι αρχίζει κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας ζωής. Η πρωτοφανής πτώση στα ποσοστά γονιμότητας και στην ποιότητα σπέρματος εμβρυϊκής προέλευσης έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια του τελευταίου μισού του 20ού αιώνα, ειδικά στις αναπτυγμένες Χώρες και υπάρχουν βάσιμες υποψίες για την πιθανή σχέση μεταξύ έκθεσης στους περιβαλλοντικούς μολυσματικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των φθαλικών εστέρων και του  ανδρικού Αναπαραγωγικού Συστήματος.

Κανένα άμεσο στοιχείο δεν υπάρχει από ανθρώπινες μελέτες για να επιβεβαιωθεί μια αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έκθεσης και της επίδρασης των φθαλικών ενώσεων. Η ανησυχία, όμως, υπάρχει και ενισχύεται από τις μελέτες των δυσμενών αναπαραγωγικών και αναπτυξιακών αποτελεσμάτων στην άγρια πανίδα (18).

Το 2001, η Εθνική Σουηδική Επιθεώρηση για τα χημικά σε μια ολοκληρωμένη αναθεώρηση για την ΕΕ σχετικά με το DEHP αναφέρει ότι τα α-ποτελέσματά του στους όρχεις, τη γονιμότητα, και την ανάπτυξη, που παρατηρούνται στα διαφορετικά είδη ζώων ακόμα και σε σχετικά χαμηλά επί-πεδα, μελετήθηκαν ότι είναι παρεμφερή και στους ανθρώπους.

Το 2002, η Ειδική Συμβουλευτική Επιτροπή για την Υγεία, του Καναδά, κατέληξε στο συμπέρασμα για τον DEHP που βρίσκεται στις ιατρικές συσκευές, ότι ο μηχανισμός με τον οποίο ειδικότερα η αναπτυξιακή και ορχική τοξικότητα εμφανίζεται στα τρωκτικά είναι σχετική με αυτή των ανθρώπων.

Καρκίνος και φθαλικοί εστέρες

Υπάρχουν σαφή στοιχεία για τις φθαλικές ενώσεις και άλλους ενδοκρινικούς διαταράκτες ότι προκαλούν καρκινογένεση και αυτό φαίνεται να συνδέεται άμεσα με την τοξικότητα τους. Οι διάφορες φθαλικές ενώσεις φαίνεται πως επηρεάζουν τη λειτουργία του ήπατος και των νεφρών στα ζώα. Έχει βρεθεί ότι το βάρος του ήπατος αυξάνεται, ενώ κάποια ηπατικά ένζυμα αλλάζουν. Η διόγκωση του ήπατος στα τρωκτικά από τη χρήση του DEHP, DINP και BBP μέσω διαδερματικής απορρόφησης είναι χαρακτηριστική. Επιπλέον, βρέθηκε ότι μπορούν να αναπτυχθούν αδενώματα, ενώ αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου, λόγω πολλαπλασιασμού των υπεροξειδιοσωματίων. Σε ό,τι αφορά τη λειτουργία των νεφρών, παρατηρήθηκε μείωση της κάθαρσης της κρεατινίνης, νεφρικές κύστεις καθώς και σε ορισμένες περιπτώσεις εμφάνιση καρκινώματος.

Η έκθεση των αρουραίων στο BBP από την τροφή για 2 χρόνια οδήγησε σε υπερπλασία του παγκρέατος με αδενώματα ή καρκινώματα σε αρ-σενικούς αρουραίους και σε υπερπλασία της ουροδόχου κύστεως στους θηλυκούς (34). 

Σε μελέτες σε αρουραίους και ποντίκια, διαπιστώθηκε ότι και τα αρσενικά και τα θηλυκά αναπτύσσουν όγκους σαν απάντηση στην έκθεση σε ευρύ φάσμα των χημικών ουσιών συμπεριλαμβανομένου του DEHP και άλλων φθαλικών εστέρων. Οι όγκοι αυτοί αναπτύσσονται κυρίως στο ήπαρ αρουραίων και ποντικών και στο πάγκρεας και τους όρχεις των αρουραίων. Οι κυριότερες αιτίες είναι η διαταραχή του πολλαπλασιασμού των κυττάρων και της απόπτωσης, ο πολλαπλασιασμός υπεροξειδιοσωματίων, καθώς και η παρεμπόδιση της ορχικής βιοσύνθεσης της τεστοστερόνης.

Ο πολλαπλασιασμός των υπεροξειδιοσωματίων, σε αριθμό και μέγεθος, οδηγεί στην αύξηση του μεταβολισμού των λιπαρών οξέων και συμβάλλει στο σχηματισμό των όγκων.

Το DEHP προκαλεί νεφρικούς όγκους μόνο σε αρσενικούς αρουραίους και ηπατικούς όγκους σε αρουραίους και σε ποντίκια. Η έκθεση σε μερικούς φθαλικούς εστέρες αυξάνει τον κυψελοειδή πολλαπλασιασμό ηπατοκυττάρων, καθώς και τη δημιουργία ηπατοκυτταρικών αδενωμάτων στα τρωκτικά (6,30). 

Έρευνα των McKee RH et al (32) αναφέρεται στη στοματική χορήγηση και διαδερματική απορρόφηση του DNIP στα τρωκτικά. Βρέθηκε πως, όταν αυτό χορηγείται από το στόμα, μεταβολίζεται γρήγορα στο γαστρεντερικό σωλήνα στον αντίστοιχο μονοεστέρα, απορροφάται και εκκρίνεται πρωτίστως στα ούρα. Αμέσως μετά εντοπίζεται στο ήπαρ και στα νεφρά. Από το δέρμα απορροφάται δύσκολα, αλλά, όταν απορροφηθεί, συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο. 

Άλλη μελέτη ασχολήθηκε με τρεις φθαλικές ενώσεις, το ΒΒΡ, το DΒΡ και το DΕΗΡ και τη δράση τους σε ορισμένα καρκινικά κύτταρα στον καρκίνο του στήθους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι ουσίες αυτές αυξάνουν τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό αυτών των κυττάρων και εμποδίζουν τη δράση της αντικαρκινικής αγωγής. Συγκεκριμένα, αυτές εμποδίζουν τη δράση των χημειοθεραπευτικών φαρμάκων που προκαλούν απόπτωση των καρκινικών κυττάρων του στήθους. Οι ουσίες αυτές μπορούν να βρεθούν στον ανθρώπινο ιστό καρκίνου του μαστού, καταδεικνύοντας έτσι ότι, αν και σε μικρή καθημερινή δόση από καλλυντικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται ευρέως από γυναίκες, μακροπρόθεσμα συσσωρεύονται στον ανθρώπινο ιστό (24). 

Επίσης, η πρόωρη ανάπτυξη στήθους (πριν από την ηλικία των 8 ετών) έχει συνδεθεί με την έκθεση σε φθαλικούς εστέρες. Στα κορίτσια με πρόωρη ανάπτυξη οι μέσες συγκεντρώσεις των φθαλικών σε ppb ήσαν για το DBP 42, το DOP 11, το DEHP 450 και συνολικά 515, ενώ στα κορίτσια με κανονική ανάπτυξη η τιμή των DOP 16, του DEHP 70 και συνολικά 86 (49).  

Επιπροσθέτως επιδρούν…

Πρόσφατες μελέτες κατέδειξαν πως οι φθαλικές ενώσεις μπορούν να έχουν επιπτώσεις στη λειτουργία της καρδιάς και των πνευμόνων. Σε πειράματα με αρουραίους βρέθηκε πως η έκθεση σε μεγάλες ποσότητες αυτών των ουσιών οδηγεί σε μείωση του καρδιακού ρυθμού, καθώς και της αρτηριακής πίεσης, ενώ η επίδραση στους πνεύμονες συνίσταται στην αύξηση του εύρους της κυψελιδικής μεμβράνης και φλεγμονώδεις αντιδράσεις.

Η συμπεριφορά των φθαλικών ενώσεων στο δέρμα των ζώων επίσης μελετήθηκε. Η ουσία DEHP βρέθηκε ότι παρουσιάζει περιορισμένη διαδερματική απορρόφηση από το δέρμα των αρουραίων, ενώ για το DINP βρέθηκε να απορροφάται σε ελάχιστες ποσότητες και ότι, όταν απορροφηθεί, μεταβολίζεται και αποβάλλεται γρήγορα από αυτό. Σε άλλες έρευνες, η εφαρμογή φθαλικών ενώσεων στο δέρμα των ποντικών φάνηκε να μην επηρεάζει ανοσολογικούς δείκτες που σχετίζονται με την ανάπτυξη αναπνευστικής αλλεργίας σε αυτά. Επίσης, δέρμα ποντικών στο οποίο εφαρμόστηκε τοπικά DEP δεν παρουσίασε σημαντική τοξικότητα ή κάποια νεοπλασία στο σημείο εφαρμογής. Τέλος, μια συγκριτική μελέτη in vitro για την απορρόφηση κάποιων φθαλικών χημικών ενώσεων από το δέρμα των αρουραίων και του ανθρώπου, κατέδειξε πως η ουσία DEHP απορροφάται πιο αργά από το ανθρώπινο δέρμα.

Οι Medeiros Α. et al. (33) προσπάθησαν να εκτιμήσουν την ευαισθητοποίηση του ανθρώπινου δέρματος από φθαλικούς εστέρες με 6 έως 13 άτομα C και οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι οι κυριότερες φθαλικές ενώσεις δεν προκαλούν αλλεργική δερματίτιδα στους ανθρώπινους οργανισμούς.

Στοιχεία από την επιστημονική επιτροπή για τα καλλυντικά και για τα προϊόντα στα οποία δεν ανήκουν τα τρόφιμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, (SCCNFP: Scientific Committee on Cosmetic Products and Non-Food Products), αναφέρουν πως, από έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε ανθρώπους χρησιμοποιώντας τσιρότα εμποτισμένα με DEP, βρέθηκε ότι το φθαλικό διαιθύλιο είναι σπάνια παράγοντας ευαισθητοποίησης και ότι δεν προκαλεί φωτοευαισθητοποίηση. Ακόμη, το DEP ελέγθηκε σε εθελοντές για πιθανή εμφάνιση φωτοτοξικότητας και τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά.

Οι Koo HJ και Lee BM το 2004 (27) προσπάθησαν να εκτιμήσουν τον κίνδυνο έκθεσης στους φθαλικούς εστέρες που περιέχονται στα καλλυντικά προϊόντα. Στην έρευνά τους χρησιμοποίησαν υψηλής απόδοσης υγρή χρωματογραφία για να υπολογίσουν τα επίπεδα διαφόρων φθαλικών ενώσεων σε 102 εμπορικά καλλυντικά προϊόντα. Σε αυτά περιλαμβάνονταν σπρέι για τα μαλλιά, αποσμητικά, βερνίκια νυχιών και αρώματα, ενώ τα φθαλικά που εξετάστηκαν ήταν το DEHP, το DEP, το DBP και το BBP. Το DEP βρέθηκε στα 24 από τα 42 αρώματα που εξετάστηκαν και σε 2 από 8 αποσμητικά, ενώ το DBP ήταν παρόν σε 11 από τα 42 αρώματα και σε 19 από τα 21 βερνίκια νυχιών. Στη συνέχεια εξετάστηκαν τα μέσα επίπεδα έκθεσης σε αυτές τις ουσίες μέσω απορρόφησης του δέρματος και έγινε σύγκριση αυτών των τιμών με τα επίπεδα που έχουν ρυθμιστεί από διάφορους φορείς σε ό,τι αφορά την ασφάλεια για τη χρήση τους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η έκθεση στους φθαλικούς εστέρες που εξετάστηκαν ήταν σχετικά μικρή, αφού ήταν πολύ πιο κάτω από τις τιμές ασφαλείας. Επιπλέον, όμως, τα συνολικά επίπεδα έκθεσης και από άλλες πηγές μπορεί να είναι μεγαλύτερα και έτσι χρήζουν περαιτέρω μελέτης.

Κάποιες ομάδες αμφισβητούν τα τοξικά αποτελέσματα ορισμένων πρόσθετων ουσιών στα καλλυντικά και υιοθετούν την άποψη του Paracelsus ότι η δόση είναι που κάνει το δηλητήριο. Στην αναφορά του Ross G. (44) και την άποψη του Αμερικάνικου Συμβουλίου σχετικά με την Επιστήμη και την Υγεία, επισημαίνεται ότι: (α) οι βιομηχανίες έχουν την αρχική ευθύνη για να εξασφαλίσουν ότι όλα τα συστατικά που χρησιμοποιούνται στα καλλυντικά είναι ασφαλή για τη χρήση που προορίζονται, (β) το FDA έχει την αρμοδιότητα για την απαγόρευση ή τον περιορισμό των συστατικών για λόγους ασφαλείας, (γ) η Επιθεώρηση Καλλυντικών Συστατικών (CIR-Cosmetic Ingredient Review) αξιολογεί αυστηρά τις χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στα καλλυντικά και δημοσιεύει τα συμπεράσματά της στη σχετική εκάστοτε αναθεωρημένη βιβλιογραφία, (δ) οι ισχυρισμοί σχετικά με την υγεία για τα καλλυντικά συστατικά είναι βασισμένοι στα αποτελέσματα των εργαστηριακών δοκιμών υψηλών δόσεων στα ζώα και δεν έχουν απόλυτη σχέση με τους ανθρώπους, (ε) οι ισχυρισμοί, σχετικά με την υγεία, για τις συγκεκριμένες χημικές ουσίες δεν εξετάζουν τα πρόσφατα συμπεράσματα από επιστημονικές μελέτες, οι οποίες έχουν διαπιστώσει ότι δεν είναι επικίνδυνες και (στ) η ζωική και ανθρώπινη φυσιολογία διαφέρει και επομένως τα αποτελέσματα των δοκιμών στα τρωκτικά δεν πρέπει να συσχετίζονται με αυτά των ανθρώπων. Η βιομηχανία καλλυντικών πρέπει να ενθαρρύνεται να δημοσιεύει περισσότερες μελέτες τοξικότητας και να αξιολογεί την ασφάλεια των προϊόντων ώστε οι καταναλωτές να μην έχουν καμία αβεβαιότητα για την ασφάλεια των καλλυντικών.

ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΑ ΦΘΑΛΙΚΩΝ ΕΣΤΕΡΩΝ ΣΤΑ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Οι φθαλικές ενώσεις προσδίδουν στα καλλυντικά ορισμένες επιθυμητές ιδιότητες για τη βελτίωσή τους. Εν τούτοις υπάρχουν και άλλες ουσίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν πλαστικοποιητές.

Ένας καλός πλαστικοποιητής πρέπει (α) να είναι αναμίξιμος σε όλες τις αναλογίες με το διαλύτη, τη νιτροκυτταρίνη και τις χρησιμοποιούμενες ρητίνες, (β) να είναι δερματολογικά ελεγμένος, αβλαβής και να μην προκαλεί οποιαδήποτε ευαισθητοποίηση, (γ) να έχει χαμηλή αστάθεια, (δ) να βελτιώνει την ελαστικότητα και την προσκόλληση του φιλμ που δημιουργεί, (ε)  η σταθερότητα του προϊόντος να έχει διάρκεια στο πέρασμα του χρόνου και (στ) να είναι άοσμος, ή να έχει μια ευχάριστη μυρωδιά, δεδομένου ότι δεν εξατμίζεται, αλλά παραμένει σε επαφή με τα νύχια, τα μαλλιά ή το δέρμα. Στην παρούσα εργασία θα γίνει προσπάθεια να ερευνηθούν βιβλιογραφικά άλλες εναλλακτικές ουσίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πλαστικοποιητές για την παρασκευή καλλυντικών προϊόντων.

Οι πλαστικοποιητές εισάγονται στο προϊόν κατά μέσο όρο 5% συγκρινόμενοι με το βάρος των ρητινών που περιέχει, και μπορεί να είναι παράγωγα της λανολίνης, σιλικονών (οι οποίες επίσης εξασκούν ένα αποτέλεσμα λιπαντικό και προσδίδουν στιλπνότητα, γυαλάδα), εστέρες λιπαρών οξέων όπως ο μυριστικός ισοπροπυλεστέρας (isopropyl myristate), κιτρικοί εστέρες (citrate esters), πολυαλκοόλες (γλυκερόλες, πολυγλυκόλες) και γλυκολικοί αιθέρες. Άλλα συχνά χρησιμοποιούμενα προσθετικά είναι οι υδρολυμένες πρωτεΐνες χαμηλού μοριακού βάρους. Από τις προαναφερθείσες ουσίες τα παράγωγα λανολίνης και οι σιλικόνες, τα οποία μπορούν εύκολα να χρησιμοποιηθούν μαζί με παραδοσιακά συνθετικά πολυμερή, δεν αποτελούν την καλύτερη επιλογή. Πολυμερή βασιζόμενα στο άμυλο είναι περισσότερο αποτελεσματικά πλαστικοποιούμενα μαζί με πολικές ουσίες, όπως γλυκερόλη, προπυλενική γλυκόλη, πρωτεΐνες και κατιονική υδροξυαιθυλοκυτταρίνη.

Ο μυριστικός ισοπροπυλεστέρας (isopropyl myristate) και οι κιτρικοί εστέρες (citrates esters), κατέχουν πλαστικοποιητικές ιδιότητες και χρησιμοποιούνται συχνά στα καλλυντικά προϊόντα. 

Ο μυριστικός ισοπροπυλεστέρας προέρχεται από το μυριστικό οξύ, κορεσμένο λιπαρό οξύ με μοριακό τύπο CH3(CH2)12COOH που βρίσκεται στα γαλακτοκομικά προϊόντα (Σχήμα 14), είναι καλός ενυδατικός παράγοντας και χρησιμοποιείται κατά τις καλλυντικές και ιατρικές προετοιμα-σίες όπου επιδιώκεται η καλή διαδερματική απορρόφηση. 

Ο μυριστικός ισοπροπυλεστέρας χρησιμοποιείται στα προϊόντα περιποίησης μαλλιών για να μεταβληθούν τα αποτελέσματα των πολυμερών και να  κάνει το styling των μαλλιών περισσότερο ελαστικό και λιγότερο εύθρυπτο. 

 

Σχήμα 14. Χημική δομή μυριστικού οξέος

 

Οι κιτρικοί εστέρες είναι εστέρες του κιτρικού οξέος με αλειφατικές  αλκοόλες. Το κιτρικό οξύ είναι τρικαρβοξυλικό άλφα υδροξυοξύ το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως στην παρασκευή προϊόντων περιποίησης του δέρματος, γιατί διεγείρει την ανανέωση των κυττάρων της επιδερμίδας (Σχήμα 15). Επίσης, σε μικρότερες συγκεντρώσεις προστίθεται στα καλλυντικά προϊόντα ως χηλικός παράγοντας και ρυθμιστής του pH. Αυτός δεσμεύει ιόντα μετάλλων που μπορεί να υπάρχουν στις πρώτες ύλες και τα οποία καταλύουν τις αντιδράσεις αυτοοξείδωσης των ακόρεστων λιπαρών ουσιών που συχνά περιέχονται στα καλλυντικά, δηλαδή δρά συνεργιστικά με τις αντιοξειδωτικές ουσίες.

 

 

Σχήμα 15.  Χημική δομή κιτρικού οξέος

 

Το κιτρικό οξύ είναι φυσικό συντηρητικό και χρησιμοποιείται επίσης για να προσθέσει όξινη  γεύση στα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά. Αυτό χρησιμεύει και σαν ένα φιλικό προς το περιβάλλον προϊόν καθαρισμού και ενεργεί ως αντιοξειδωτικό. Το κιτρικό οξύ υπάρχει σε πολλά φρούτα και λαχανικά, αλλά περισσότερο συγκεντρώνεται στα λεμόνια και το γλυκολέμονο, όπου μπορεί να καταλαμβάνει τουλάχιστον 8% του ξηρού βάρους τους. 

Οι περισσότεροι από τους κιτρικούς εστέρες που χρησιμοποιούνται στην Κοσμητολογία είναι πλαστικοποιητές: ο τριαιθυλικός κιτρικός εστέρας (triethyl citrate), ο ακετυλικός τριβουτυλικός κιτρικός εστέρας (acetyl tributyl citrate), ο ακετυλικός τριοκτυλικός κιτρικός εστέρας (acetyl trioctyl citrate) και ο ακετυλικός τριεξυλικός κιτρικός εστέρας (acetyl trihexyl cιtrate). Αυτοί, έχοντας μια ελαιώδη υφή, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για την περιποίηση του δέρματος.

Αυτά τα προϊόντα είναι αβλαβή και χρησιμοποιούνται ευρέως σαν πλαστικοποιητές της κυτταρίνης και του βινυλίου, καθώς και στα τρόφιμα για να βελτιώσουν τις αφρίζουσες ιδιότητες των τροφίμων κατά το μαγείρεμα. 

Από τους περίπου 230.000 τόνους του κιτρικού οξέος που χρησιμοποιούνται ετησίως στη Δυτική Ευρώπη, οι 58% χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα και τα ποτά, οι 24% στα οικιακά απορρυπαντικά, οι 9% στα φαρμακευτικά είδη και οι 9% για βιο-μηχανικές χρήσεις ως πλαστικοποιητές. 

Στην αναθεώρηση του Johnson W.,Jr. (22), αναφέρεται ότι, τόσο σε βραχυπρόθεσμες, όσο και σε μακροχρόνιες μελέτες σίτισης ζώων με εστέρες του κιτρικού οξέος δεν παρουσιάσθηκε καμία τοξικότητα. Η δερματική εφαρμογή στα κουνέλια δεν ήταν τοξική. Η κλινική δοκιμή του ακετυλικού τριαιθυλικού κιτρικού εστέρα και του ακετυλικού τριβουτυλικού κιτρικού εστέρα ήταν αρνητική για τον ερεθισμό του δέρματος και την ευαισθητοποίηση. Τα συστατικά αυτά δεν ήταν γενοτοξικά στα βακτηριακά ή θηλαστικά συστήματα δοκιμών. Επίσης, δεν σημειώθηκε καμία ανάπτυξη όγκων (λεμφώματα) σε αρουραίους που ταΐστηκαν με ακετυλικό τριβουτυλικό κιτρικό εστέρα για 2 χρόνια. Επιπροσθέτως, δεν εμφάνισε κάποια αναπτυξιακή ή αναπαραγωγική τοξικότητα σε μελέτες στα ποντίκια και τους αρουραίους. Με βάση όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, αυτά τα συστατικά θεωρήθηκαν ασφαλή για να χρησιμο-ποιούνται στα καλλυντικά.

Σαν διαλύτες αρωμάτων στις κολώνιες, τα αρώματα, τα after-saves, κ.λπ., μπορεί να χρησιμο-ποιηθούν η 1,3-βουτυλενογλυκόλη (butylene glycol) και τα αλκοξυλιωμένα παράγωγα της γλυκόζης (glucams).

Η 1,3-βουτυλενογλυκόλη HOCH2CH2CH(ΟΗ)CH3 είναι υγρό, άχρωμο, διαυγές, διαλυτό στο νερό και στις αλκοόλες χαμηλού μοριακού βάρους, είναι υγροσκοπική ουσία και χρησιμοποιείται ως υγραντική ουσία για να εμποδίσει την ξήρανση των καλλυντικών προϊόντων και ως διαλύτης.

Τα αλκοξυλιωμένα παράγωγα της γλυκόζης είναι φυσικής προέλευσης προϊόντα με διαδεδομένη χρήση λόγω της ασφάλειας, της γλυκύτητας, της μεταβλητότητας και των πολλαπλών λειτουργιών τους. Αυτά είναι απολύτως ασφαλή και ήπια συστατικά. Οι επαναλαμβανόμενες δοκιμές δείχνουν ότι είναι μη ευαισθητοποιές ουσίες και μη ερεθιστικές. Αρχικές δερματικές δοκιμές και οι έξι εβδομάδων επαναλαμβανόμενες δοκιμές εφαρμογής για την ανοχή τους από το δέρμα επίσης έχουν καταδείξει ότι δεν ενοχλούν το δέρμα και είναι καλά ανεκτοί από αυτό.  

Τα παράγωγα Glucams είναι υδροδιαλυτές, υγρές μαλακτικές ουσίες και ενυδατικοί παράγοντες για το δέρμα που προσθέτουν αξιοσημείωτες κατευναστικές και ρυθμιστικές ιδιότητες σε μια ευρεία ποικιλία προϊόντων της κοσμητολογίας.

Ο Glucam P-20 είναι προποξυλιομένος μεθυλογλυκοζίτης (20 μόρια προπυλενοξειδίου).

CH3____C6H10O5(OCHCH2)nOH

                            ן

                           CH

Αυτός είναι παχύρρευστο υποκίτρινο υγρό, διαλυτό στο νερό, την αλκοόλη, τους οργανικούς εστέρες και στα λάδια, έχει υγραντικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται για την παρασκευή προϊόντων για μετά το ξύρισμα και αρωματικών προϊόντων, γιατί μειώνει τον ερεθισμό (τσούξιμο) που προκαλείται στο δέρμα από το οινόπνευμα και κάνει το άρωμα να διαρκεί περισσότερο.

Όσον αφορά τα προσθετικά που ορίζονται από την ελληνική νομοθεσία (971/1917 και την από-φαση 3023153/7104/0029/1992 του Υπουργείου Οικονομικών) για τη μετουσίωση της αιθυλικής αλκοόλης που προορίζεται για την παρασκευή αρωμάτων και καλλυντικών αναφέρονται, εκτός των φθαλικών εστέρων, η ισοπροπυλική αλκοόλη, διάφορες αρωματικές ουσίες όπως αιθέρια έλαια φυσικά ή συνθετικά (perfume compounds), καθώς και γευστικές ουσίες (flavour compouds).

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΦΘΑΛΙΚΩΝ ΕΣΤΕΡΩΝ 

Οι φθαλικοί εστέρες έχουν χαρακτηριστεί ως προτεραιότητα για δράση στην Ευρώπη. 

Το 1998, η Επιτροπή από το Όσλο και Παρίσι (OSPAR) απαρίθμησε το DBP και DEHP μεταξύ των ουσιών προτεραιότητας για δράση. Οι 13 Χώρες συμφώνησαν να κάνουν κάθε προσπάθεια προς αυτό το στόχο και απαλλαγή των εκ-πομπών των επικίνδυνων αυτών ουσιών μέχρι το έτος 2020, υπογραμμίζοντας τη σημασία της προληπτικής αρχής. Το ίδιο έτος, η Σουηδία προ-τείνει έναν Περιβαλλοντικό Κατάλογο που δηλώνει ότι πρέπει να καταργηθούν σταδιακά όλες οι χρήσεις των φθαλικών εστέρων και άλλων πλαστικοποιητών με επιβλαβή ή ενδεχομένως επιβλαβή αποτελέσματα σε μια εθελοντική  βάση.

Το 1999 η ΕΕ περνά μια απαγόρευση έκτακτης ανάγκης που απαγορεύει τη χρήση DEHP, DBP, BBP, DINP, DNOP και DIDP σε ποσότητες μεγαλύτερες από το 0,1% κατά μάζα, στην παρασκευή παιχνιδιών PVC και προϊόντων παιδικής φροντίδας που προορίζονται για το στόμα, για παιδιά ηλικίας κάτω των τριών ετών. Τώρα, αυτή η απαγόρευση γίνεται μόνιμη. Η συντριπτική πλειονότητα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητώντας την εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης, ψήφισε υπέρ των εν λόγω περιορισμών. Η Επιτροπή θα επιθεωρήσει και άλλες συσκευές που περιέχουν φθαλικούς εστέρες και μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τους ανθρώπους. 

Το 2001, η Εθνική Σουηδική Επιθεώρηση για τις χημικές ουσίες (KEMI) συστήνει στη Σουηδική Κυβέρνηση, να συνεχιστεί η βιομηχανική παραγωγή του PVC χωρίς τον φθαλικό εστέρα DEHP καθώς και τη μείωση της χρήσης των DBP και BBP. Σύστησε επίσης τη σταδιακή κατάργηση του DEHP και άλλων φθαλικών εστέρων από συσκευές και εξαρτήματα παιδικής φροντίδας που προορίζονται για το στόμα.

Τον ίδιο χρόνο 2001 η οδηγία 67/548/ΕΟΚ  της ΕΕ ταξινομεί τους DEHP και DBP στην κατηγορία 2 ως ουσίες που πρέπει να θεωρηθούν ότι εξασθενίζουν τη γονιμότητα στους ανθρώπους και ως ουσίες που πρέπει να θεωρηθούν ότι προκαλούν αναπτυξιακή τοξικότητα στους ανθρώπους.

Το 2003 η ΕΕ με την οδηγία 2003/15/ΕΚ τρο-ποποιεί την οδηγία 76/768/ΕΟΚ της 27-7-1976 (αναφέρεται στα καλλυντικά προϊόντα) απαγορεύ-οντας την παρουσία του DEHP και του DBP στα καλλυντικά που ταξινομούνται ως καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή τοξικές για την αναπαραγωγή (ΚΜΤ).

Το 2004 με βάση την απόφαση 2004/210 της Επιτροπής η Επιστημονική Επιτροπή για τα καταναλωτικά προϊόντα (SCCP) αντικατέστησε την οδηγία 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου που αφορά στην ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων ουσιών, αλλά επιτρέπει τη χρήση ουσιών που ταξινομούνται στην κατηγορία 3, κατόπιν αξιολόγησης και έγκρισης από την επιστημονική επιτροπή καλλυντικών προϊόντων και μη διατροφικών προϊόντων προοριζομένων για τους καταναλωτές (SCCNFP).

Το 2005 με την οδηγία 2005/84 καταργούνται και οι έξι ενώσεις από την οικογένεια των φθαλικών εστέρων (DEHP, DBP, BBP, DINP, DIDP και DNOP), από όλα τα προϊόντα φροντίδας και παιχνιδιών που προορίζονται για τα παιδιά και το-ποθετούνται έστω και ενστικτωδώς στο στόμα.

Τον ίδιο χρόνο 2005 με την οδηγία 2005/80/ΕΚ της Επιτροπής της 21ης Νοεμβρίου 2005 σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα καταγράφονται και ταξινομούνται ως Καρκινογόνες, Μεταλλαξιογόνες ή Τοξικές οι ουσίες: Ισοπεντυλοφθαλικός-n-πεντυλ-εστέρας, Φθαλικός δι-n-πεντυλεστέρας, φθαλικός διισοπεντυλεστέρας και φθαλικό βουτυλικό βενζύλιο (BBP). Σύμφωνα με το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας, τα Κράτη Μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι από τις 22 Αυγούστου 2006 τα καλλυντικά που δεν συμμορφώνονται με την οδηγία δεν θα διατίθενται στην αγορά από κοινοτικούς παραγωγούς ή από εισαγωγείς που έχουν εγκατασταθεί εντός της Κοινότητας. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι τα προϊόντα αυτά δεν πωλούνται ή διατίθενται στον τελικό καταναλωτή μετά τις 22 Νοεμβρίου 2006. 

 

ΤΕΛΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Η καθημερινή χρήση των καταναλωτικών προϊόντων συμπεριλαμβανομένων των καλλυντικών θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία. Η τρέχουσα χημική νομοθεσία αδυνατεί να προστατεύσει τα παιδιά που η δράση των χημικών ουσιών αρχίζει από τη σύλληψή τους. 

Οι φθαλικοί εστέρες που βρίσκονται στα περισσότερα καλλυντικά προϊόντα ενοχοποιούνται για μια σειρά επιπτώσεων στην υγεία. Οι έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί στα ζώα καταδεικνύουν αναπτυξιακές και αναπαραγωγικές διαταραχές, με εμφάνιση υπογονιμότητας, κρυψορχίας και υποσπαδίας. Παρατηρείται διαταραχή της λειτουργίας του ήπατος, των νεφρών και των πνευμόνων. Σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζεται καρκινογένεση η οποία έχει άμεση σχέση με την τοξικότητα των ενώσεων.

Βέβαια οι φθαλικές ενώσεις προσδίδουν στα καλλυντικά ορισμένες επιθυμητές ιδιότητες για τη βελτίωσή τους. Όμως υπάρχουν ασφαλή υποκατάστατα των ενώσεων αυτών. Οι βιομηχανίες παραγωγής προϊόντων προσωπικής φροντίδας, πρέπει να αναθεωρήσουν ουσιαστικά τις διαδικασίες και τα πρωτόκολλα και να εξετάσουν τις πιθανές επιδράσεις των εκθέσεων φθαλικών εστέρων συσσωρευτικά. 

Οι κυβερνητικές πολιτικές, σύμφωνα με την αρχή της πρόληψης, οφείλουν να πάρουν μέτρα για να αποτραπεί η έκθεση στις χημικές ουσίες που υπάρχει η βεβαιότητα ή η υποψία ότι είναι επιβλαβείς για την υγεία.

 

The effect of Phthalate Compounds Contained in Cosmetic Products: The Skin as a Medium of Absorption

Maria Dialyna

Department of aesthetics and cosmetology, School for Professions of Health and Welfare, Technological Educational Institution of Athens, Egaleo, Athens, Hellas 

Key words: Phthalate esters, endocrine disrupters, cosmetics, fragrance, plasticizers, cancer, substitute phthalate esters 

S U M M A R Y. Phthalate compounds are industrial chemical substances which are found in a plethora of consumer products such as textile products, food packaging, plastic PVC, pharmaceutical goods, toys, cosmetic products, etc. Phthalate esters are mostly used in order to make PVC (polyvinyl chloride) plastics more flexible and soft. In cosmetics they are usually used as plasticizers, stabilizers and solvents of perfumes, in a relatively small amount.  Regardless of the above mentioned, the total levels of exposure from various sources can be larger and further research is needed for their cumulative effect. The effects of exposure of phthalates on human health have not been studies thoroughly. Studies on animals however have caused great concerns for the possibility of adverse effects on humans, particularly on the developing foetus and young children. Relevant research on animals has shown that fertility, the function of the heart, lungs, as well as other organs can be effected by these substances. The European Union, for preventive reasons, has prohibited the use of certain combinations from the family of phthalic esters. Therefore, their replacement is imperative and the use of other harmless substances is required for the protection of human health and of the environment more generally.

REFERENCES

1. Api A.M.: Toxicological profile of diethyl phthalate: a vehicle for fragrance and cosmetic ingredients. Food Chem. Toxicol. 39: 97-108 (2001)

2. Amerchol: The Elegance Engineers. GLUCAMΤΜ Alkoxylated Glucose Derivatives, Naturally, Derived Humectants and Emollients

3. Bay K., Asklund C., Skakkebaek N.E., Andersson A.M.: Testicular dysgenesis syndrome: possible role of endocrine disrupters. Best Pract. Res. Clin. Endocrinol. Metab. 20(1): 77-90 (2006)

4. Bornehag C.G, Sundell J, Weschler CH, Sigsgaard T, Lundgren B, Hasselgren M, Hagerhed-Engman L. The association between asthma and allergic symptoms in children and phthalates in house dust: a nested case-control study. Environ. Health Perspect. 112: 1393-1397 (2004)

5. Budavari Susan: The Merck Index. An encyclopedia of chemicas, drugs and biologicals. Twelfth Edition. Merck & Co., Inc, 1996

6. Butala J.H., David R.M., Gans G., McKee R.H., Guo T.L., Peachee V.L., White K.L.,Jr: Phthalate treatment does not influence levels of lgE or Th2 cytokines in B6C3F1 mice. Toxicology 201(1-3): 77-85 (2004)

7. Butte W., Heinzow B.: Pollutants in house dust as indicators of indoor contamination. Rev. Environ. Contam. Toxicol. 175: 1-46 (2002)

8. Corton J.C., Lapinskas P.J.: Peroxisome proliferator-activated receptors: mediators of phthalate ester-induced effects in the male reproductive tract? Toxicol. Sci. 83: 4-17 (2005) Epub 2004 Oct 20

9. David R.M., Moore M., Cifone M., Finney D., Guest D.: Chronic Perixisome proliferation and hepatomegaly associated with the hepatocellular tumorigenesis of di(2-ethyl-hexyl) phthalate and the efects of recovery. Toxicol. Sci. 50: 195-205 (1999)

10. Dumanoski Dianne, Peterson Myers John, Theo Colborn. Our stolen future. (1996-97)

11. Dybing E.: Development and implementation of the IPCS cnceptual framework for evaluating mode of action of chemical carcinogens. Toxicology 181-182: 121-125 (2002)

12. Dzhekova-Stojkova S., Bogdanska J., Stojkova Z.: Peroxisome proliferators: their biological and toxicological effects. Clin. Chem. Lab. Med. 39: 468-474 (2001)

13. European Commission Health & Consumer Protection Directorate-General Scientific Committee on Toxicity, Eco-toxicity and the Environment (CSTEE) Opinion on the results of a second Risk Assessment of: Bis(2-Ethylhexyl) phthalate (DEHP) Human Health Part.  8 January 2004.

14. Fisher J.S.: Environmental anti-androgens and male reproductive health: focus on phthalates and testicular dysgenesis syndrome. Reproduction 127: 305-315 (2004)

15. Ginty Molly M.: Activists Push for Safer Ingredients in Makeup. Organic Consumers Association. FDA Failing to Remove Toxic Chemicals from Cosmetics. 6/1/2004. In:  www.organicconsumers.org/bodycare/fda060104.cfm 

16. Gunnar Larsson. Βασική μεταρρύθμιση της περιφερειακής πολιτικής 2007-2013 η οποία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ενημέρωση ΕΛΚ-ΕΔ Τεύχος 7/Ιούλιος 2005, In: www.epped.eu/Press/psess05/report0507el.doc 

17. Harris C.A., Henttu P., Park M.G., Sumpter J.P.: The estrogenic activity of phthalate esters in vitro. Environ. Health Perspect. 105: 802-811 (1997)

18. Harrison P.T., Holmes P., Humfrey C.D.: Reproductive health in humans and wildlife: are adverse trends associated with environmental chemical exposure? Sci. Total Environ. 205(2-3): 97-106 (1997)

19. Health Care Without Harm: Aggregate exposures to phthalates in humans. July 2002. In: www.nohar.org 

20. Houlihan J., Brody C., Schwan B.: Not too pretty-Phthalates, Beauty, Products and FDA. July 8, 2002. Δια-θέσιμο στο: www.safecosmetics.org/docUploads/NottooPretty-r5/pdf 

21. Jobling S., Reynolds T., White R., M. G. Parker M.G., Sumpter J.P.: A variety of environmentally persistent che-micals, including some phthalates plasticizers, are weakly estrogenic. Environ. Health Perspect. 103: 582-587 (1995)

22. Johnson W.,Jr: Final report on the safety assessment of acetyl triethyl citrate, acetyl tributyl citrate, acetyl trihexyl citrate, and acetyl trioctyl citrate. Int. J. Toxicol. 21(Suppl 2): 1-17 (2002)

23. Κεφαλά Βασιλική. Ασφάλεια καλλυντικών από την χρήση φθαλικων ενώσεων και από την έκθεση στην ηλιακή ενέργεια. Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών: Περιβάλ-λον και Υγεία. Διαχείρηση περιβαλλοντικών θεμάτων με επι-πτώσεις στην Υγεία, Αθήνα, 2005  

24. Kim I.Y., Han S.Y., Moon A.: Phthalates inhibit tamoxifen-induced apoptosis in MCF-7 human breast cancer cells. J. Toxicol. Environ. Health A. 67: 2025-2035 (2004)

25. Klaunig J.E., Babich M.A., Baetcke K.P., Cook J.C., Corton J.C., David R.M., DeLuca J.G., Lai D.Y., McKee R.H., Peters J.M., Roberts R.A., Fenner-Crisp P.A.: PPA-Ralpha agonist-induced rodent tumors: modes of action and human relevance. Crit. Rev. Toxicol. 33: 655-780 (2003)

26. Koch H.M., Drexler H., Angerer J.: An estimation of the daily intake of di(2-etylhexyl) phthalate (DEHP) and other phthalates in the general population. Int. J. Hyg. Environ. Health 206(2): 77-83 (2003)

27. Koo H.J., Lee B.M.: Estimated exposure to phthalates in cosmetics and risk assessment. J. Toxicol. Environ. Health A. 67: 1901-1914 (2004)

28. Kumar V., Fausto N., Abbas A. (Authors): Robbins & Cotran Pathologic Basis of Disease. Seventh Edition www.ourstolenfuture.org

29. Latini G., Del Vecchio A., Massaro M., Verrotti A., De Felice C.: Phthalate exposure and male infertility. Toxicol-ogy 226(2-3): 90-98 (2006)

30. Lapinskas P.J., Brown S., Leesnitzer L.M., Blanchard S., Swanson C., Cattley R.C., Corton J.C.: Role of PPA-Ralpha in mediating the effects of phthalates and metabolites in the liver. Toxicology 207: 149-163 (2005)

31. Lundquist Pamela: Fragrance in Perfumes and Cosmetics. Children's Health Environmental Coalition. Jan.2005.  Διαθέσιμο στο: http://www.checnet.org/    

32. McKee R.H., EI-Hawari M., Stoltz M., Pallas F., Lington A.W.: Absorption, disposition and metabolism of di-isononyl phthalate (DINP) in F-344 rats. J. Appl. Toxicol. 22: 293-302 (2002)

33. Medeiros A., Devlin D., Keller L.: Evaluation of skin sensitization response of dialkyl (C6-C13) phthalate esters. Contact Dermatitis 41: 287-289 (1999)

34. National Toxicology Program: NTP Toxicology and Carcinogenesis Studies of Butyl Benzyl Phthalate (CAS No. 85-68-7) in F344/N Rats (Feed Studies). Natl. Toxicol. Program Tech. Rep. Ser. 458: 1-195 (1997)

35. Nikolopoulou-Stamati P., Hens L., Howard C.V. Endocrine disrupters Environmental health and policies, 2001

36. Nicolopoulou-Stamati P., Howard V.: Toxic inheritance: Effects of toxic pollutants on the next generation. ASPIS (Awareness Strategies for Pollution from Industries). University of Athens Medical Scool, Dept. of Pathology

37. Nicolopoulou-Stamati P., Howard V.: Health effects of organochlorine compounds. ASPIS (Awareness Strategies for Pollution from Industries). Univesity of Athens Medical Scool, Dept. of Pathology

38. Opinion of the Scientific Committee on Cosmetic Products and Non-Food Products intended for cosmusers concerning Diethyl Phthalate, adopted by the SCCNFP during the 20th Plenary meeting of 4 June 2002. SCCNFP/0411/01, final. http://europaeu.int/comm/health/phrisk/committees/sccfp/documents/out168en.pdf .

39. Parks L.G., Ostby J.S., Lambright C.R., Abbott B.D., Klinefelter G.R., Barlow N.J., Gray L.E.,Jr.: The plasticizer diethylhexyl phthalate induces malformations by decreasing fetal testosterone synthesis during sexual differentiation in the male rat. Toxicol. Sci. 58: 339-349 (2000)

40. Παπαϊωάννου Γ.: Κοσμητολογία. Συστατικά-Παρασκευ-ή-Χρήση Καλλυντικών. Αθήνα, 1992

41. Πρωτόπαπα Ευαγγελία. Οδοί έκθεσης δέρματος. Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών: Περιβάλλον και Υγεία. Διαχείρηση περιβαλλοντικών θεμάτων με επιπτώσεις στην Υγεία, Αθήνα 2005  

42. Πρωτόπαπα Ευαγγελία: Καλλυντικά. Εφαρμογές και Ανεπιθύμητες Ενέργειες. Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών: Περιβάλλον και Υγεία. Διαχείρηση περιβαλλοντικών θεμάτων με επιπτώσεις στην Υγεία. Αθήνα, 2005  

43. Ries Frédérique (Rapporteur):  On the European Envi-ronment & Health Action Plan 2004-2010 (2004/2132(INI). Committee on the Environment, Public Health and Food Safety. 25 January, 2005

44. Ross G.: A perspective on the safety of cosmetic products: a position paper of the American Council on Science and Health. Int. J. Toxicol. 25: 269-277 (2006)

45. Rozati R., Reddy P.P., Reddanna P., Mujtaba R.: Role of environmental estrogens in the deterioration of male factor fertility. Fertil. Steril. 78: 1187-1194 (2002)

46. Rusyn I., Peters J.M., Cunningham M.L.: Modes of action and species-specific effects of di-(2-ethylhexyl)-phthalate in the liver. Crit. Rev. Toxicol. 36: 459-479 (2006)

47. Ruud J.B. Peters Hazardous Chemicals in Consumer Products, September 2003, www.greenpeace.org   pdf.

48. Sasco Α.J.: Hormones in animal production Effects on human health? Ppt. Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών: Περιβάλλον και Υγεία. Διαχείριση περιβαλλοντικών θεμάτων με επιπτώσεις στην Υγεία, Αθήνα 2005.

49. Sasco A.J.: Epidemiology of breast cancer: an envi-ron-mental disease? APMIS 109: 321-332 (2001)

50. Schettler T.: Human exposure to phthalates via con-sumer products. Int. J. Androl. 29: 134-139 (2006) 

51. Schlossman M.L.: The chemistry and manfacturs of cosmetics. Vol 3-Ingredients, Book 1, Third Edition, p. 295

52. Schlossman M.L.: The chemistry and manfacturs of cosmetics. Vol 3-Ingredients, Book 2, Third Edition, p. 771-773, 715

53. Sharpe R.M.: Pathways of endocrine disruption during male sexual differentiation and masculinization. Best Pract. Res. Clin. Endocrinol. Metab. 20(1): 91-110 (2006)

54. Sharpe R.M., Irvine D.S.: How strong is the evidence of a link between environmental chemicals and adverse effects on human reproductive health? BMJ 328(7437): 447-451 (2004)

55. Steinhardt G.F.: Endocrine disruption and hypospadias. Adv. Exp. Med. Biol. 545: 203-215 (2004)

56. Τσιρίβας Ε., Βαρβαρέσου Α.: Εργαστηριακές Ασκήσεις Κοσμητολογίας 3. Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας. Αθήνα, 2005 

57. Tsuda H., Naito A., Kim C.K., Fukamachi K., Nomoto H., Moore M.A.: Carcinogenesis and its modification by environmental endocrine disruptors: in vivo experimental and epidemiological findings. Jpn J. Clin. Oncol. 33: 259-270 (2003)

58. Venkata N.G., Robinson J.A., Cabot P.J., Davis B., Monteith G.R., Roberts-Thomson S.J.: Mono(2-ethylhexyl)-phthalate and mono-n-butyl phthalate activation of peroxisome proliferator activated-receptors alpha and gamma in breast. Toxicol. Lett. 163: 224-234 (2006)

59. Voss C., Zerban H., Bannasch P., Berger M.R.: Lifelong exposure to di-(2-ethylhexyl)-phthalate induces tumors in liver and testes of Sprague-Dawley rats. Toxicology 206: 359-371 (2005)

60. Warns Samuel S. Epstein, M.D. Phthalates in Cosmetics Are Suspect, But Carcinogens Even More So. Διαθέσιμο στο:  www.preventcancer.com .

61. Wilkinson J.B., Moor RS. Harry’s Cosmetology Seventh Edition, George Godwin, London, p. 470-3, 475-7, 375-79

62. Χατζής Ι.: Συμβολή στη μελέτη των μηχανισμών διαβατότητας του δέρματος. Ερευνητική μονογραφία. Αθήνα 1985

63. Yang-Hoon Kim, Jeewon Lee, Ji-Young Ahn, Man Bock Gu, Seung-Hyeon Moon.: Enhanced Degradation of an Endocrine-Disrupting Chemical, Butyl Benzyl Phthalate, by Fusarium oxysporum f. sp. pisi Cutinase. Department of Chemical and Biological Engineering, Korea University, Department of Environmental Science and Engineering, Kwangju Institute of Science and Technology, 7 June 2002.

64.  www.phthalates.org , Phthalates Information Center Europe. 

65. www.phthalates.com , Phthalates Information Center Europe. Phthalates used in cosmetics.

66.  www.health-report.co.uk/phthalates 

67.  www.hc-sc.gc.ca/hecs-sesc/cosmetics , Health Canada

68.  www.atsdr.cdc.gov/toxprofiles , ATSDR

69.  www.fda.org 

70. www.speclab.com/compound , Spectrum Laboratories: Chemical Fact Sheet

71.  www.kicgroup.com ,   KIC Chemicals, Inc.

72.  www.wen.org.uk ,   Women’s Environmental Network

73. www.ecpi.org , European Council for Plasticisers and Intermdiates. Plasticisers. 

74. www.moscowfood.coop , How Safe Are Your Personal Care Products? by Sarah Long, Coop Wellness Assistant, from the February 2006 newsletter 

75. www.safecosmetics.org/docUploads/Prettynasty.pdf , Pretty Nasty Phthalates in European Cosmetic Products

76. www.chem.uoa.gr/chemicals/chem_phthalates.htm , Βαλαβανίδης Θανάσης, Η χημική ένωση του μήνα  Ιούλιος 2006 Φθαλικός δι-(2-αιθυλoεξυλo) εστέρας (DEHP)

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΠΙΝΑΚΩΝ

Πίνακας 1 Προϊόντα που περιέχουν τους τοξικούς φθαλικούς εστέρες DEHP και DBP όπως καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση

 
 

Πηγή: Pretty Nasty – Phthalates in European Cosmetic Products. Διαθέσιμο στο www.nottoopretty.org

 

Πίνακας 2 Φθαλικοί εστέρες σε 27 καλλυντικά προϊόντα (mg/kg)

Πηγή: Pretty Nasty – Phthalates in European Cosmetic Products. Διαθέσιμο στο www.nottoopretty.org

 

Πίνακας 3 Καλλυντικά προϊόντα με ή χωρίς φθαλικούς εστέρες

Πίνακας 4 Συνοπτικός πίνακας του ποσού των φθαλικών εστέρων που περιέχονται σε διάφορα είδη καλλυντικών προϊόντων

Πηγή: Pretty Nasty – Phthalates in European Cosmetic Products. Pdf. Διαθέσιμο στο www.nottoopretty.org

 

Last modified onΤρίτη, 19 Ιανουάριος 2016 08:24

Latest from ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΣΗΜΕΡΑ

Ανακαλύψτε τα καλύτερα εστιατόρια
Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική, Σαντορίνη, Κέρκυρα, Μύκονος, Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο, Ρόδος  

κατασκευή ιστοσελίδας, Search Engine Optimization (SEO), προώθηση από exceliso.com